Slider

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Μπουμπουτσέλια!

.....Μπουμπουτσέλια! Looking over the ruins of my family home!

.....1948–1949.

Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην Πελοπόννησο, ο Εμφύλιος στην περιοχή ουσιαστικά έφθανε στο τέλος του.Πολλά μέλη της ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη δράση στην περιοχή του Ζάρακα και του Πάρνωνα κατά την περίοδο της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και, κυρίως, κατά τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν, καθώς η οργάνωση έχανε πλέον τον λόγο ύπαρξής της και οδηγήθηκε στη διάλυση. Ο Κλέαρχος ήταν από τους πρώτους που εγκατέλειψαν τις τάξεις της. Λίγο αργότερα εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό και προσπάθησε να αφήσει πίσω του τα δύσκολα χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης.
......Ιούνιος 1949. Καθώς το πρώτο φως έσχιζε το σκοτάδι και η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στις πρώτες ανάσες της καινούριας μέρας, έφτασαν οι τραγικές ειδήσεις. Το χωριό πάγωσε. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν σιωπηλοί· κανείς δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα της ανήγγειλαν τον θάνατο του αγαπημένου της αδελφού. Έναν βίαιο και άδικο θάνατο. Ο Λάμπρος έπεσε σε ενέδρα στις πλαγιές του Πάρνωνα και σκοτώθηκε από ενόπλους που ανήκαν στην οργάνωση «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη αντικομμουνιστική δράση στην περιοχή κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Για τους διώκτες του ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Για τους δικούς του ανθρώπους, όμως, ήταν ο αγαπημένος τους Λάμπρος· ένας νέος άνθρωπος, «πέτρινος και αέρινος, αντάρτης και συνάμα τρυφερός».
Το χάραμα, που μόλις είχε πάρει τον δρόμο του ήλιου, σφραγίστηκε από τον θάνατό του. Οι σφαίρες τον βρήκαν αμέσως. Ο Λάμπρος λύγισε, διπλώθηκε στα δύο και κύλησε λίγο πιο πέρα. Μα τη ζητωκραυγή του για τη λευτεριά δεν την πέτυχαν τα βόλια. Εκείνη την αντιβούιζε ολόκληρος ο Πάρνωνας. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών. Πάνω στο άνθος της νιότης του.
Η Ιοκάστη ντύθηκε στα μαύρα και έκλαψε απαρηγόρητα τον άγριο χαμό του αδελφού της. «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε… ω Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! Γιατί; Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα, αφού ο εφιάλτης του πολέμου είχε πια τελειώσει;»
Το χτύπημα έμοιαζε βγαλμένο από την ίδια την κόλαση. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της πως, ενώ οι άνθρωποι περίμεναν να ξαναβρούν την ειρήνη, ο θάνατος συνέχιζε να θερίζει.Έκλαψε τη νιότη του. Έκλαψε τα όνειρά του που έμειναν ανεκπλήρωτα. Μα μαζί με τα δικά του όνειρα ένιωθε πως χάθηκαν και τα όνειρα όλων των αδελφών του. Έσβησε μια κοινή πορεία, μια ζωή που ονειρεύονταν να χτίσουν μαζί. Από εκείνη την ημέρα, κάθε χαρά της οικογένειας θα είχε μέσα της μια σκιά. Το όνομα του Λάμπρου δεν θα ακουγόταν πια σαν προσμονή, αλλά σαν μνήμη· μια μνήμη που πονούσε, μα δεν έσβηνε.
Σπαραγμός ψυχής. Ανείπωτος θρήνος. Το φτωχικό τους σπίτι μεταβλήθηκε σε σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η γιαγιά μοιρολογούσε ασταμάτητα, κι η φωνή της έσκιζε τη σιωπή του χωριού. Ήταν ένα μοιρολόι που ράγιζε καρδιές· δεν θρηνούσε μονάχα τον γιο της, μα όλη τη χαμένη νιότη που καταβρόχθισε ο Εμφύλιος. Ο πόνος της ξεπέρασε τα όρια του σπιτιού τους. Έγινε πόνος όλων. Ήθελε να ουρλιάξει. Να σκίσει τον ουρανό με τη φωνή της. Μα ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Το στόμα της άνοιγε και δεν έβγαινε ήχος. Μόνο τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα, σαν να είχαν αποφασίσει να κλάψουν εκείνα αντί για τη φωνή της. Ένιωθε πως, αν μπορούσε, θα πλημμύριζε με τα δάκρυά της ολόκληρο τον κόσμο. Ο πόνος είχε γίνει χείμαρρος μέσα της, έτοιμος να παρασύρει κάθε σκέψη, κάθε ελπίδα, κάθε παρηγοριά. Κανένας λόγος δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι σε μια μάνα που θρηνούσε το παιδί της. Καταράστηκε τον πόλεμο, καταράστηκε όσους γεννούν τους πολέμους και όσους τους συντηρούν. Το μοιρολόι της υψώθηκε σαν αρχαία κατάρα, σκίζοντας τον αέρα του χωριού. Έμοιαζε να καλεί τη γη να ανοίξει και τα βουνά να ραγίσουν, γιατί δεν χωρούσε ανθρώπινος νους τέτοιο κακό. Έκλαιγε τον νέο που έπεσε πάνω στο άνθος της ηλικίας του, τον λεβέντη που δεν πρόλαβε να ζήσει, κι ένιωθε πως μαζί του σκοτείνιασε ο ουρανός και βουβάθηκε ο κόσμος.
«Αχ, παιδί μου...»
Τα χείλη της έτρεμαν, μα η φωνή της δεν λύγιζε. Μόνο τα μάτια της πλημμύριζαν από έναν πόνο που δεν είχε τέλος.
Πώς να βαστάξει έναν τέτοιο κεραυνό;
Κι όμως, έπρεπε.
Έπρεπε να σταθεί όρθια, να γίνει πέτρα και ατσάλι, όπως στάθηκαν τόσες άλλες μανάδες που είδαν τα παιδιά τους να χάνονται στα χρόνια της φωτιάς και του αδελφοκτόνου μίσους. Έπρεπε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, γιατί μόνο η μνήμη μπορούσε να αντισταθεί στη λησμονιά. Έσκυψε το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος και ψιθύρισε με φωνή που μόλις ακουγόταν:
«Γλυκό μου αγόρι... έχε γεια.»
Σαν έφυγαν οι κατακτητές —όπως φεύγουν όλοι οι κατακτητές, αργά ή γρήγορα— ήρθαν τα καταραμένα χρόνια του Εμφυλίου. Χρόνια που ο αδελφός σήκωνε το όπλο στον αδελφό, ο γείτονας στον γείτονα και ο φίλος στον φίλο. Ας πάνε στον αγύριστο τέτοια χρόνια. Θεός να φυλάει τον άνθρωπο από τον πόλεμο με τον ξένο· μα πιο πολύ από τον πόλεμο με τον ίδιο του τον αδελφό.
....Σεπτέμβριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούργια μέρα, κι εκείνη θα περνούσε ακόμη μία νύχτα άυπνη, παλεύοντας να κατανοήσει όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να ξαναβρεί τον προσανατολισμό της ζωής της.
Μπορούσε άραγε;
Η αποπνικτική ζέστη και η βαριά υγρασία εκείνης της νύχτας έκαναν την αγρύπνια της ακόμη πιο βασανιστική. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι, κοιτούσε αφηρημένα το ταβάνι. Το πρόσωπό της παρέμενε νέο και σφριγηλό· τίποτε δεν πρόδιδε την εξάντληση από τις ατέλειωτες αϋπνίες που τη βασάνιζαν όλον αυτόν τον καιρό. Γύρω απλωνόταν απόλυτη σιωπή. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε η ανάσα της νύχτας μαζί μ' ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Πότε πότε ακουγόταν το τραγούδι ενός γρύλου. Για λίγες στιγμές η μονότονη, κι όμως γλυκιά φωνή του σκέπαζε κάθε άλλον ήχο της νύχτας, εκείνο το λεπτό κουδούνισμα που χαρίζει στις καλοκαιρινές νύχτες μια παράξενη γαλήνη.
Τα τριζόνια, λένε, διαλέγουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του μια ζωή. «Μήπως είμαι κι εγώ ένα τριζόνι;» ψιθύρισε και, σαν να φοβήθηκε ακόμη και τα ίδια της τα λόγια, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη.
Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο, φουσκώνοντας απαλά την κουρτίνα και παίρνοντας μαζί του λίγη από τη βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου.
Τα τριζόνια είχαν πια σωπάσει.
Ένιωθε μια γλυκιά θαλπωρή να τυλίγει το κορμί της και μια βαθιά χαλάρωση να απλώνεται σε κάθε ίνα του σώματός της. Ήταν η στιγμή που ξημέρωνε· όταν το σκοτάδι υποχωρεί αργά, παραδίδοντας τη θέση του στο φως και στους πρώτους ήχους της καινούργιας ημέρας.
Η είδηση της έπεσε στο σπιτικό τους σαν κεραυνός. Η απόφασή της να φύγει μαζί του αναστάτωσε τους πάντες. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές ανατράπηκαν όσα θεωρούσαν βέβαια. Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή· κανείς δεν έβρισκε λόγια να μιλήσει.
Η γιαγιά έμεινε άφωνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως η κόρη της αποφάσισε να ενώσει τη ζωή της με έναν άνθρωπο που, στα δικά της μάτια, ανήκε στην απέναντι πλευρά. Πώς να δεχτεί μια τέτοια απόφαση, όταν τα χρόνια του Εμφυλίου είχαν σημαδέψει την οικογένειά τους με αίμα, φόβο και αβάσταχτο πόνο;
«Πώς μπόρεσες, παιδί μου;» ψιθύρισε.
Στο μυαλό της γύριζαν ξανά και ξανά οι δύσκολες εκείνες μέρες, τότε που —όπως συνήθιζαν να λένε στο χωριό— «οι συμμορίες» είχαν μετατρέψει τη ζωή των ανθρώπων σε μια ατέλειωτη δοκιμασία, γεμάτη φόβο, στερήσεις και ανασφάλεια.
Στα μάτια της δεν ήταν απλώς ένας γάμος. Ήταν μια πληγή που άνοιγε ξανά. Ένα σκάνδαλο για την οικογένεια. Δεν χωρούσε στον νου της πως η κόρη της είχε διαλέξει να πορευτεί με έναν άντρα από την αντίπαλη παράταξη, λες και δεν υπήρχαν άλλα παλικάρια να της ζητήσουν το χέρι. Ένα μεγάλο «Γιατί;» αιωρούνταν ανάμεσά τους, βαρύ σαν σύννεφο πριν από την καταιγίδα. Ήταν ένα ερώτημα που κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει και που έκανε τη σιωπή ακόμη πιο ασήκωτη.
«Γιατί, παιδί μου;» ψιθύριζε η μάνα της. «Γιατί τώρα, που ο πόνος είναι ακόμη τόσο νωπός;»
Η κόρη τους... Το κορίτσι που το βλέμμα του έκλεβε καρδιές. Εκείνη που όλα τα παλικάρια της περιοχής καμάρωναν κι ονειρεύονταν να την κάνουν γυναίκα τους. Κι όμως, εκείνη είχε δώσει την καρδιά της αλλού. Όσο κι αν προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, όσο κι αν της έλεγαν πως ο άνθρωπος που αγάπησε δεν ήταν αντάξιός της, τα λόγια τους έπεφταν πάνω σε μια απόφαση που είχε ήδη ριζώσει βαθιά μέσα της. Για τους δικούς της δεν ήταν μόνο ένας έρωτας. Ήταν μια επιλογή που άνοιγε ξανά τις πληγές του Εμφυλίου και έφερνε την οικογένεια αντιμέτωπη με τους πιο σκοτεινούς φόβους της.
Ώσπου άνοιξε μια δύσκολη κουβέντα. Δεν υπήρχε πια χώρος για τρυφερότητα. Οι φωνές υψώθηκαν, οι βαριές κουβέντες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι βρισιές αντηχούσαν στο μικρό τους σπίτι, ώσπου ακούγονταν ως την πλατεία του χωριού. Ο μικρός αδελφός της, τυφλωμένος από θυμό, της επιτέθηκε με λόγια σκληρά.
«Έφερες τον Χίτη μέσα στο σπίτι μας!» της φώναξε.
Η Ιοκάστη δεν ανταπέδωσε. Ήξερε πως η οργή γεννάει μόνο περισσότερη οργή και πως η φωτιά δεν σβήνει με φωτιά.
Τον κοίταξε κατάματα. Στα μάτια του έβλεπε περισσότερο πόνο παρά μίσος. «Ξέρω πως πονάς», του είπε ήρεμα. «Μα μη με πληγώνεις άλλο με τα λόγια σου. Δεν είμαι ο εχθρός σου.»
Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα οι βαριές ανάσες τους ακούγονταν μέσα στο σπίτι, σαν να κουβαλούσε ο καθένας τον δικό του σταυρό.
Η Ιοκάστη και ο πατέρας της κοιτάχτηκαν κατάματα. Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από τις φωνές που είχαν προηγηθεί. Εκείνος περίμενε να λυγίσει, να δακρύσει, να κάνει πίσω. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Δεν αντιμίλησε. Δεν ύψωσε τη φωνή της. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μόνο τον κοίταζε με βλέμμα καθαρό και αποφασισμένο.
Η απόφασή της είχε ήδη παρθεί και τίποτε δεν μπορούσε να τη μετακινήσει. Άκουσε τα λόγια τους, ένιωσε τον πόνο, την οργή και τον φόβο τους, όμως η καρδιά της είχε χαράξει τον δικό της δρόμο.
Ήξερε πως η επιλογή της θα πλήγωνε τους ανθρώπους που αγαπούσε. Το γνώριζε καλύτερα από όλους. Κι όμως, δεν μπορούσε να προδώσει αυτό που ένιωθε βαθιά μέσα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσιζε μόνη της για το μέλλον της, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το βάρος της απόφασής της
Το έμαθε κι εκείνος· ο λεβέντης, ο ερωτοχτυπημένος νιος, το καμάρι απ' το Κυπαρίσσι. Την πρόλαβε λίγο πριν φύγει. Στάθηκε μπροστά της. «Μη φεύγεις...» της είπε με φωνή που έτρεμε. «Σε παρακαλώ, μείνε. Μη με αρνηθείς τώρα. Είναι βαρύ τούτο το αντίο. Αν όμως η μοίρα σε πάρει μακριά μου, κράτησε με τουλάχιστον μέσα στην καρδιά σου. Κι εγώ, όπου κι αν βρεθώ, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, θα σε περιμένω.»
Η Ιοκάστη είχε ήδη δώσει την καρδιά της αλλού. Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής ούτε μια απόφαση που θα άλλαζε από τον φόβο, τις πιέσεις ή τα δάκρυα των δικών της. Είχε διαλέξει τον δρόμο της και ήξερε πως θα τον περπατούσε πληρώνοντας βαρύ τίμημα.
Δεν λύγιζε.
Όχι γιατί δεν πονούσε, αλλά γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος οφείλει κάποτε να σταθεί όρθιος απέναντι στη μοίρα του και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Μπροστά της άνοιγε ένας άγνωστος κόσμος, γεμάτος κινδύνους, αβεβαιότητα και δοκιμασίες. Δεν τον υποδεχόταν με αφέλεια· τον αντίκριζε με καθαρό βλέμμα και με μια θέληση που δεν μπορούσαν να δαμάσουν ούτε οι απειλές ούτε οι προκαταλήψεις ούτε οι πληγές που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος.
Ήξερε πως δεν θα ήταν εύκολο. Κι όμως, δεν έκανε πίσω.
Ο πατέρας της στεκόταν βουβός.
Η ψυχή του ήταν σκοτεινιασμένη από τα χρόνια του αδελφοκτόνου πολέμου που μόλις είχε τελειώσει. Οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές· το μίσος έκαιγε ακόμη τις καρδιές των ανθρώπων και κάθε κουβέντα μπορούσε να γίνει σπίθα που θα άναβε καινούρια φωτιά.
Δεν ήθελε να φουντώσουν άλλα ανώφελα πάθη.
Σήκωσε αργά το κεφάλι και κοίταξε έναν έναν τους δικούς του.
«Ακούστε με καλά...» είπε με φωνή σταθερή. «Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Από δω και πέρα, κανείς δεν θα πειράξει την κόρη μου. Είναι αίμα μου και θα την σεβαστείτε όλοι.»
Στο σπίτι απλώθηκε βαθιά σιωπή.
Έπειτα στράφηκε προς την Ιοκάστη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, σαν να πάλευαν μέσα του ο πόνος, η πίκρα και η πατρική αγάπη.
«Ο δρόμος που διάλεξες είναι δικός σου», της είπε. «Εγώ δεν μπορώ να τον αλλάξω. Να πας στην ευχή του Θεού, κόρη μου. Ο Θεός να σε φυλάει όπου κι αν βρεθείς και να σου δίνει δύναμη στις δύσκολες ώρες.»
Δεν την αγκάλιασε. Δεν μπορούσε ακόμη.
Όμως η ευχή του ήταν το πιο μεγάλο κατευόδιο που μπορούσε να της δώσει εκείνη την ώρα.
Υπάρχουν άνθρωποι σαν την Ιοκάστη, φτιαγμένοι από άλλο κράμα. Όχι γιατί δεν πονάνε ούτε γιατί δεν λυγίζουν. Λυγίζουν κι αυτοί. Μα βρίσκουν πάντοτε τη δύναμη να ξανασηκωθούν. Κρατιούνται από μια μικρή σπίθα ελπίδας, όταν όλα γύρω τους μοιάζουν χαμένα. Αγαπούν με όλη τους την ψυχή. Δεν ζητούν να αλλάξουν τον άνθρωπο που αγαπούν ούτε να τον κάνουν όπως τον θέλουν. Τον δέχονται όπως είναι και χαίρονται να τον βλέπουν να προχωρεί και να ανθίζει. Δεν φοβούνται να δώσουν την καρδιά τους, ακόμη κι όταν ξέρουν πως μπορεί να πληγωθούν. Προτιμούν έναν αληθινό έρωτα με όλο το τίμημά του, παρά μια ζωή ασφαλή, δίχως πάθος και δίχως όνειρα. Το μυαλό τους δεν γνωρίζει σύνορα. Ταξιδεύει εκεί όπου η ψυχή λαχταρά να φτάσει. Κι όσο το σώμα μπορεί να περιοριστεί, η ψυχή τους μένει πάντοτε ελεύθερη. Αν η ζωή σου χαρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο, κράτησε τον κοντά σου. Είναι σπάνιο δώρο.
«Τη δύναμή σου την τρανή, Έρωτα,
όποιος δε σε γνωρίζει,
μάταια ελπίζει να ιδωθεί
τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ευλογημένος, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν η μητέρα του. Όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως η παρουσία της στη ζωή του δεν ήταν απλώς μια ευτυχής συγκυρία. Ήταν η μεγαλύτερη ευλογία που του χάρισε η μοίρα. Εκείνη του έμαθε πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στη σκληρότητα, αλλά στην αγάπη· όχι στην εκδίκηση, αλλά στη συγχώρεση· όχι στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.
Από τι κράμα ήταν πλασμένη;
Είχε κορμοστασιά περήφανη, λεβέντικη, και μια αυθεντική αρχοντιά που δεν την χάριζε ούτε η ομορφιά ούτε τα νιάτα της, αλλά η δύναμη της ψυχής της. Το πρόσωπό της έλαμπε με εκείνο το ήρεμο φως των ανθρώπων που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους.
Ξεκίνησε το ταξίδι της μέρα μεσημέρι.
Δεν έτρεξε. Δεν κρύφτηκε. Δεν κιότεψε.
Με το κεφάλι ψηλά και το βήμα αργό, μα σταθερό, διέσχισε τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Οι γειτόνισσες άφηναν τις δουλειές τους και στέκονταν στα παράθυρα. Οι άντρες σώπαιναν στις αυλόπορτες. Άλλοι τη λυπόταν, άλλοι την κατέκριναν, άλλοι τη θαύμαζαν κρυφά.
Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει κανέναν.
Τα μάτια της είχαν μια σκιά θλίψης, μα στην καρδιά της κατοικούσε μια δύναμη που δεν λύγιζε. Ήξερε πως κάθε βήμα την απομάκρυνε από τον κόσμο όπου γεννήθηκε και την οδηγούσε σ' έναν άλλον, άγνωστο και δύσκολο.
Κι όμως προχωρούσε.
Η καρδιά οδηγούσε τα βήματά της.
Η ζωή της Ιοκάστης έγινε η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που σηκώνουν στους ώμους τους βαρύ φορτίο, χωρίς ποτέ να το απαρνηθούν και χωρίς να το αφήσουν να τους λυγίσει.
Με το δείλι βρέθηκαν στη Μονεμβασιά. Περπατούσαν αγκαλιά οι δυο τους στην ακρογιαλιά, κι ο ήλιος έμοιαζε να τους ζηλεύει καθώς βουτούσε αργά πίσω από το βουνό. Η ανήσυχη θάλασσα ηρεμούσε, γινόταν μια λίμνη σκοτεινής μελάνης, πλαισιωμένη από τις αχνές, σταχτογάλανες σκιές του μεγάλου βράχου. Απάνωθε της ο ουρανός, ντυμένος με πορφύρες και χρυσάφια, άπλωνε τα τελευταία του χρώματα, ανακατεμένα με μαβιά αντιφεγγίσματα, σαν να αποχαιρετούσε τη μέρα με μια τελευταία μεγαλοπρέπεια.
Η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο.
Κοίταξε μακριά, προς το πέλαγος, και ένα παράξενο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Θεέ μου... μόλις συνειδητοποίησα κάτι που τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχα προσέξει.»
Το χαμόγελό της ήταν μυστηριώδες και ο Κλέαρχος δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσε από το μυαλό της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Δεν μαντεύεις;»
«Όχι.»
Πήρε μια μικρή ανάσα. Σαν να φοβόταν πως, μόλις το έλεγε, η στιγμή θα γινόταν πραγματικότητα.
«Νομίζω πως μπορεί να είμαι έγκυος...»
Τα λόγια της βγήκαν χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Κλέαρχος την κοίταξε για μια στιγμή. Έπειτα έστρεψε αργά το βλέμμα του προς το πέλαγος.
Η θάλασσα μπροστά τους συνέχιζε να σκοτεινιάζει ήρεμα, σαν να κρατούσε κι αυτή το μυστικό τους.
«Σοβαρολογείς;»
Η φωνή του είχε μέσα της ενθουσιασμό, αλλά και μια μικρή αναστάτωση. Σαν να προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε λίγες στιγμές μια ολόκληρη καινούργια πραγματικότητα.
Η Ιοκάστη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε αφήσει στην άκρη, κάτι που τώρα επέστρεφε ξαφνικά μπροστά της.
«Νομίζω πως έγινε εκείνη τη βραδιά...» είπε χαμηλά.
Σταμάτησε για λίγο.
«Έχω καθυστέρηση. Μεγάλη καθυστέρηση. Τεσσάρων εβδομάδων... Το είχα ξεχάσει εντελώς.»
Τα λόγια της συνοδεύτηκαν από έναν βαθύ, παρατεταμένο αναστεναγμό, σαν να άφηνε να φύγει από μέσα της όλη η αγωνία των τελευταίων ημερών.
Ο Κλέαρχος την άκουγε σιωπηλός.
Ένα ρίγος πέρασε μέσα του.
Ξαφνικά ένιωσε πως το ήξερε κι αυτός. Ήταν σαν μια ξεχασμένη σκέψη να επέστρεφε από το βάθος της μνήμης του. Θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα, το πάθος που τους είχε παρασύρει, τη στιγμή που για μια αστραπή είχε περάσει από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως η Ιοκάστη να κρατούσε μέσα της ένα παιδί.
Ύστερα την είχε διώξει από το μυαλό του.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Τώρα όμως η σκέψη εκείνη στεκόταν ξανά μπροστά του, όχι σαν φόβος, αλλά σαν πιθανότητα μιας νέας ζωής.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά το μάγουλό της.
Η Ιοκάστη γύρισε προς το μέρος του.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα ελπίδα.
«Θα το επιβεβαιώσω τη Δευτέρα», του είπε με φωνή ελάχιστα πιο δυνατή από ψίθυρο.
Ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε.
Κανείς από τους δυο τους όμως δεν μπορούσε ακόμη να δώσει μια βέβαιη εξήγηση για την καθυστέρηση. Δεν της είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν γεμάτες αγωνία, προσμονή και σκέψεις.
Θα ήταν ένα μακρύ Σαββατοκύριακο.
Και ύστερα ήρθε η επιβεβαίωση.
Μια καινούργια ζωή είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα της.
Ήταν το παιδί που γεννήθηκε από μια συνάντηση απρόσμενη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κουβαλούσαν διαφορετικές μνήμες, διαφορετικές πληγές και διαφορετικά παρελθόντα.
Ο Αλκιβιάδης.
Ο γιος του νεαρού «χίτη» από τη νότια Λακωνία και της πανέμορφης νεαρής Ιοκάστης, από ένα παραδοσιακό ορεινό χωριό γαντζωμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ένα παιδί που, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, θα κουβαλούσε μέσα του δύο κόσμους. Την πέτρα και τη θάλασσα. Τη μνήμη και τη λήθη. Τον πόνο μιας εποχής και την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
Αφήνοντας πίσω τους το τρικυμιώδες παρελθόν και αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επιλογών τους, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη έβλεπαν μπροστά τους να ανοίγεται μια καινούργια ζωή.
Δεν είχαν περιουσίες, δεν είχαν υλικά αγαθά. Είχαν όμως κάτι πολυτιμότερο: αρχές, αξιοπρέπεια και τη δύναμη να σταθούν όρθιοι απέναντι στις δυσκολίες.
Ο Αλκιβιάδης πάντα θυμάται τη μητέρα του, την Ιοκάστη, περήφανη και αξιοπρεπή, τίμια και αυθεντική. Μια γυναίκα που δεν έκανε θόρυβο για τη δύναμή της, όπως το βαθύ ποτάμι που όσο πιο μεγάλο και βαθύ είναι, τόσο πιο αθόρυβα κυλά.
Ρίζωσαν σ’ έναν απόμερο μικρό οικισμό δυτικά της Μονεμβασιάς.
Τα Μπουμπουτσέλια.
Εκεί βρήκαν καταφύγιο στο παλιό, εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι του Κλέαρχου, μια φτωχική κληρονομιά από τη μητέρα του που είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή.
Η γιαγιά του Αλκιβιάδη είχε πεθάνει μόλις στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ο Κλέαρχος έμεινε ορφανός από μητέρα όταν ήταν μόλις έξι ετών. Και σαν να μην έφτανε αυτή η απώλεια, τρία χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του.
Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με τις απουσίες να βαραίνουν τους ώμους του.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη, άλλωστε, είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του από πολύ νωρίς, όταν ακόμη ο Κλέαρχος δεν είχε καλά καλά αρχίσει να περπατά.
Έτσι, μέσα σ’ ένα παλιό σπίτι, σε έναν μικρό ξεχασμένο οικισμό, δύο άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τον πόνο προσπάθησαν να χτίσουν κάτι που τους είχε στερηθεί: μια οικογένεια.
Ο Αλκιβιάδης ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αγόρια της νέας οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό και λιπόσαρκο. Το μπόι του έμοιαζε με λιγνό κυπαρισσάκι που πάλευε να φτάσει τον ουρανό. Είχε θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα, ερευνητικά σκούρα μάτια, μάτια που έμοιαζαν να παρατηρούν τον κόσμο πριν ακόμη τον γνωρίσουν. Γεννήθηκε στην ενδοχώρα, στον μικρό οικισμό Μπουμπουτσέλια, μιας φτωχής και ξεχασμένης περιοχής του ελληνικού Νότου, στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν ένας τόπος δυσπρόσιτος, που είχε παραμείνει σχεδόν ανέγγιχτος από τον χρόνο. Τα χωριά ήταν φωλιασμένα στις πλαγιές των βουνών. Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι για να τα προσεγγίσεις· υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια που γνώριζαν μόνο οι άνθρωποι του τόπου. Δεν υπήρχαν μεγαλοπρεπή χωριά ούτε εντυπωσιακά κτίσματα. Υπήρχε όμως κάτι πιο σπάνιο: μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στη φθορά του χρόνου.
Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τη σκληρότητα της ζωής, μα περήφανοι για την καταγωγή τους. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους, που ήξεραν να αντέχουν, να περιμένουν και να συνεχίζουν.
Το κυρίως χωριό, τα Κουλέντια, ήταν από εκείνα τα βουνίσια χωριά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των βουνών και μοιάζουν μεταξύ τους. Όμορφα, μα φτωχά. Και ο μικρός τους οικισμός, τα Μπουμπουτσέλια, χωμένος σε μια απόμερη γωνιά του χωριού, ήταν ένας ξεχωριστός μικρός κόσμος. Ένας απομονωμένος αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός με δεκαπέντε χαμηλά σπίτια και ισάριθμες αιωνόβιες χαρουπιές να στέκουν γύρω τους σαν σιωπηλοί φρουροί του χρόνου. Μικρός και ασήμαντος οικισμός, θα έλεγες πως στεκόταν σκυφτός από κάποια βαθιά στενοχώρια. Γκρίζος και λιγοστός, όπως όλα εκείνα τα μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν μακριά από την εποχή τους. Απόμεροι, ξεχασμένοι, δεμένοι όμως με τη γη τους. Η ορεινή ύπαιθρος γύρω τους ήταν μια άγονη γη, γεμάτη πέτρα, που τις ζεστές μέρες του χρόνου λουζόταν από το ανελέητο, εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν τη ζωή τους. Από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, στις χέρσες εκτάσεις με το γκρίζο χώμα, καλλιεργούσαν λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και μικρά περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά.
Δεν κυνηγούσαν τον πλούτο. Κυνηγούσαν το απαραίτητο.
Το ψωμί.
Το καρβέλι της ημέρας.
Και αυτό ήταν δύσκολο πράγμα.
Όμως η γης ήτανε για κείνους πλάσμα ζωντανό. Κρύωνε, πυρωνόταν, θρασομανούσε να δεχτεί τον σπόρο, κοιλοπονούσε για να γεννήσει τον καρπό της. Οι βροχές έπεφταν μετρημένες, κι έτσι πολλές φορές το χώμα δεν άνοιγε αρκετά για να ποτιστεί βαθιά η γη. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα λιγοστά υγρά χωράφια, παλεύοντας για μια καλή σπορά, για μια καλύτερη σοδειά. Οι ξωμάχοι χωρικοί έτρεχαν κάθε τόσο να τη συντρέξουν. Τη μια μέρα ζευγάδες και σποριάδες, την άλλη θεριστές και μαζωχτές. Όλη τους η ζωή δεμένη με τον κύκλο της γης και τις προσταγές των εποχών.
Δύσκολα χρόνια.
Η γη ήταν λίγη και φτωχή στο μερτικό τους. Αδυνατούσε να τους θρέψει όπως θα ήθελαν και να τους χαρίσει εκείνη τη ζωή που ο καθένας πλάθει μέσα στα όνειρά του. Υπήρχαν όμως ακόμη κάποιοι προνομιούχοι νοικοκυραίοι που κατείχαν τις πιο εύφορες εκτάσεις, στις μικρές κοιλάδες με το κόκκινο χώμα. Εκεί καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, σε γη πιο γενναιόδωρη από την πετρώδη γη των φτωχότερων χωριανών. Ήταν ιδιοκτησίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά και παλιότερα ανήκαν σε τουρκικές φαμίλιες που κατοικούσαν στο χωριό στα χρόνια της οθωμανικής παρουσίας. Στενοί χωματόδρομοι και στριφογυριστά μονοπάτια, που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές, συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς μεταξύ τους και με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαραίτητες μεταφορές ανθρώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια. Αυτά ήταν τα μέσα που κουβαλούσαν το βάρος της καθημερινότητας, μεταφέροντας σοδειές, προμήθειες και ανθρώπους μέσα από δύσβατα περάσματα. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρόνων στα βορειότερα τμήματα της λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη φτάσει στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Οι μικροί και απομονωμένοι οικισμοί παρέμεναν δεμένοι με έναν παλιότερο τρόπο ζωής. Οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας. Άλλος είχε λάδι, άλλος σιτάρι, άλλος κρασί ή ζώα, και με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Και, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κάπως βολευόταν η κατάσταση. Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό, όταν ερχόταν η ώρα να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιρίζονταν. Αν κάποιος είχε ένα «καματερό» ζώο, ένα βόδι ή ένα μουλάρι, το έκανε ζευγάρι με κάποιου άλλου και μαζί όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο. Στο θέρισμα, που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι. Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα. Μέσα σε όλες αυτές τις ελλείψεις, η ζωή τους παρέμενε ήσυχη και γεμάτη ανθρωπιά. Οι κάτοικοι του χωριού ένιωθαν ζεστασιά στις σχέσεις τους και στις καθημερινές τους επαφές. Ήταν πάντα έτοιμοι να προσφέρουν πρόθυμα τη βοήθειά τους σε όποιον τη χρειαζόταν. Τα συναισθήματά τους ήταν πιο άμεσα, πιο δυνατά. Η φιλία είχε μεγαλύτερη αξία, γιατί στηριζόταν στην ανάγκη, στην εμπιστοσύνη και στη συντροφικότητα. Η καλοσύνη, η τιμιότητα και η χαρά υπήρχαν σε αφθονία μέσα στο χωριό. Κι ας ήταν τα σπίτια μικρά, έφταναν να χωρέσουν μέσα τους την αγάπη, τη συμπόνια, τη φιλοξενία και την ανθρωπιά. Όταν στο χωριό ερχόταν κάποια λύπη ή κάποια χαρά, δεν ανήκε ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο. Την ένιωθαν και τη μοιράζονταν όλοι οι κάτοικοι. Στις γιορτές και στα πανηγύρια, η αληθινή χαρά απλωνόταν σε κάθε γωνιά του χωριού.
Ανηφορίζοντας από τη δυτική πλευρά του λόφου, με τα πόδια, προς την κορφή του οικισμού, αφήνεις πίσω σου μια συστάδα σπιτιών ομοιόμορφα κτισμένων, το ένα δίπλα στο άλλο. Τα περισσότερα ήταν δίπατα, σκεπασμένα με στέγες από κατακόκκινα κεραμίδια.
Ήταν η γειτονιά με τις οικογένειες των Καραστατήρηδων.
Στην κορφή του λόφου συναντάς τη μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη, ανάμεσα στα πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας.
Κατηφορίζοντας προς τα ανατολικά, φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα. Εκεί μπροστά σου βρίσκεται το παλιό ελαιοτριβείο και, σε μικρή απόσταση, πέντε έξι σπίτια, ομοιόμορφα κι αυτά, κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι η γειτονιά των Αρώνηδων.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σαν μυροβόλο αεράκι. Τον δροσίζουν, τον αναζωογονούν και τον τυλίγουν απαλά, σαν αναρριχώμενος κισσός που αγκαλιάζει τον παλιό τοίχο της μνήμης.
Οι σκέψεις του γυρίζουν στα παλιά. Νιώθει βαθιά νοσταλγία και επιθυμεί να ξαναζήσει εκείνο το παραδοσιακό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, που με τόση χάρη γινόταν στη μικρή πλατεία του οικισμού. Κόσμος από όλα τα γύρω χωριά ερχόταν όταν γιόρταζε ο Άγιος. Προσκυνούσαν, προσεύχονταν, έπιναν, γλεντούσαν. Και οι νέοι, ανάμεσα στα τραγούδια και στους χορούς, έψαχναν τις μέλλουσες νύφες τους στου Αγίου το πανηγύρι. Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι, χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος. Προστάτης και φύλακας του οικισμού, αγναντεύει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένος από τη μοναδική πλατεία του οικισμού, πάνω στον λόφο. Τέτοιες μέρες ολόκληρο το χωριό σηκώνεται στο πόδι. Βουίζει από κίνηση και ζωή και οι καμπάνες του χτυπούν χαρούμενα, ξυπνώντας μέσα του τη νοσταλγία για το παλιό πανηγύρι. Πλήθος κόσμου μαζεύεται στη γιορτή του Αγίου. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμη ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται πάνω στην απλωσιά του λόφου. Η γη ανατριχιάζει κάθε τόσο από τις ανάλαφρες ριπές του ανέμου, τα δέντρα θροΐζουν και ο ουρανός παίρνει όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του ρόδινου.
Καθώς ο ήλιος ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα ώσπου χάνεται ολότελα. Και τότε όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως: τα σχήματα, οι όγκοι, οι απλωσιές και τα ψηλώματα, τα σπίτια, τα δέντρα, οι πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουν, οι πέτρες και ο αέρας μοιάζουν να λαμπυρίζουν, και γύρω από τον περίβολο του ναού στριμώχνεται ένα πολύχρωμο, γραφικό πλήθος ανθρώπων, σαν μια παλιά ζωγραφιά που ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια του.
Του φαίνεται πως είναι ακόμη μικρό παιδί, μια μέρα του Ιούλη, και ολόκληρος ο κόσμος του μοιάζει ευτυχισμένος. Το ακορντεόν και τα βιολιά, με τους χαρούμενους ήχους τους, γεμίζουν τον προαύλιο χώρο της εκκλησιάς. Οι φωτιές από τις ψησταριές φωτίζουν με την κοκκινωπή τους λάμψη και προβάλλουν πάνω στον λευκό ασβέστη του τοίχου τις ευκίνητες φιγούρες των μουσικών, αλλά και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των γυναικών και των αγοριών που γελούν και διασκεδάζουν, χορεύοντας τους παραδοσιακούς χορούς της Πελοποννήσου. Το πανηγύρι κρατά και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Συνεχίζεται ακόμη κι όταν τ’ αστέρια έχουν ανέβει ψηλά πάνω από την εκκλησιά, σαν να τα έχει συνεπάρει κι εκείνα ο ρυθμός του χορού, σαν να συμμετέχουν σιωπηλά στη χαρά των ανθρώπων.Σήμερα, κουρασμένος στρατοκόπος της ζωής, σταματά για λίγο στο διάβα του και θυμάται το τότε. Οι παιδικές του αναμνήσεις, σαν μαγευτικές νεράιδες, χορεύουν για λίγο μπροστά του στον δικό τους ρυθμό. Προσπαθεί να ξανανιώσει, να γίνει πάλι παιδί, έστω και μόνο με τη δύναμη της σκέψης. Τα πρώτα χρόνια στην ξενιτιά, η άνοιξη τον αναστάτωνε. Τα όνειρα της ζωής του άνθιζαν μέσα του, όπως οι μοβ περικοκλάδες ανάμεσα στις πέτρες του παλιού νεκροταφείου του χωριού του.
Ήταν μια αδυναμία που περνούσε με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού και τότε άφηνε τη φαντασία του να ταξιδεύει ολόγυρα, σε τόπους μακρινούς και αγαπημένους, εκεί όπου η μνήμη κρατούσε ακόμη ζωντανές τις εικόνες της πρώτης του πατρίδας.
Θυμάται τα πρώτα εκείνα χρόνια, τότε που ένιωθε απλώς παιδί, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τον κόσμο με τις απαιτήσεις και τα βάρη του. Τότε που, αμέριμνο και ξυπόλητο, ξέγνοιαστο και πεινασμένο, γυρνούσε στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς φόβους και χωρίς να λογαριάζει κινδύνους.
Ήταν χρόνια τόσο πλούσια σε φτώχεια.
Ήξερε πως ήταν φτωχοί. Ήξερε πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν. Έβλεπε τους γονείς του να παλεύουν με τη χέρσα γη και καταλάβαινε πως, όταν μεγάλωνε, θα ερχόταν και η δική του σειρά να δουλέψει. Το γνώριζε όπως γνώριζε πως κάθε βράδυ ο ήλιος βασιλεύει και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί όμως όλων αυτών δεν μπορούσε ακόμη να το συλλάβει. Στα παιδικά χρόνια όλα τα παίρνουμε όπως φαίνονται. Μαζεύουμε εικόνες, ήχους και χρώματα· ζωγραφιές της ζωής που μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας. Κι αυτό δεν σημαίνει πως δεν καταλαβαίναμε τον κόσμο. Τον νιώθαμε με έναν άλλον τρόπο. Όχι με τη λογική του μεγάλου ανθρώπου, αλλά με την καθαρή ματιά του παιδιού.
Εικόνες της εποχής, από τότε που μόλις είχε μάθει να περπατά καλά, και στιγμή δεν καθόταν. Έτρεχε μέσα στα πεζούλια και στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι. Ήταν η εποχή που πότιζε το μικρό τους μποστάνι χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, εκείνο το στενό λουρί γης που τους έδινε τους καρπούς του. Έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά και στη μαγεία του βρεγμένου χορταριού και της λάσπης, με τα γυμνά του πόδια, το κοντοβράκι του και το μακρύ φτυάρι στα αδύνατα χέρια του. Άλλαζε τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και στις κολοκυθιές, φορτωμένες με πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρομπέτες. Κι ήταν ευτυχισμένος σαν το πουλί επάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού καθόταν στον ίσκιο κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν τα πουλιά, ενώ τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα για να πιουν το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τι ήταν τότε ο κόσμος γι’ αυτόν παρά ένα απέραντο περιβόλι; Ένα καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, όπου η φύση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της λάμψης της, λουσμένη στις χρυσές ακτίνες του ήλιου.
Σαν στρέφει προς τα πίσω στο παρελθόν τα μάτια και τη σκέψη του, τον γυρίζουν στα περασμένα και του φέρνουν στον νου εικόνες. Όλα του φαντάζουν σαν ένα ανάγλυφο τοπίο μέσα στην ομίχλη· ό,τι ξεπροβάλλει από τη λησμονιά, ό,τι κατορθώνει να δραπετεύσει από τον χρόνο. Αράθυμος ο νους του περιδιαβαίνει το τοπίο και αφήνεται στον ρεμβασμό, στα «περασμένα κι αλησμόνητα» στιγμιότυπα της εφήμερης ύπαρξής του. Εικόνες παλιές, συννεφιασμένες· άλλες πικρές και άλλες φωτεινές, χαρούμενες, γεμάτες ευτυχία.
Η γαλήνια ομορφιά του τοπίου αναδύεται ξανά μπροστά του, μαζί με τη σιλουέτα του μικρού τους σπιτιού. Στεκόταν στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στη νοτιοανατολική άκρη του μικρού οικισμού. Ένα μικρό ισόγειο πετρόχτιστο σπίτι με δύο κάμαρες, ασβεστωμένους τοίχους, χρωματιστά πορτοπαράθυρα και κόκκινη κεραμοσκεπή. Ένα ταπεινό σπιτικό, που δε διέθετε τίποτε από την πολυτέλεια του κόσμου, είχε όμως μέσα του όλη τη ζεστασιά της οικογένειας.
Και καθώς η μνήμη το ξαναφέρνει μπροστά του, το σπίτι αυτό, δεμένο αρμονικά με την ομορφιά της φύσης γύρω του, μεταμορφώνεται σε ένα τοπίο μοναδικό· έναν μικρό κόσμο που έκλεινε μέσα του τα πρώτα του βήματα, τις χαρές, τις στερήσεις και την αθωότητα μιας ολόκληρης εποχής.
Εμπρός νότιο-ανατολικά, στο τέλος της αυλής ήταν ένα χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γεμάτο γκρίζες πέτρες και βράχους. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές στις άνυδρες όχθες του και μερικές συστάδες από σκίνα. Η μια συστάδα σε απόσταση από την άλλη. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι. Το σπίτι ταπεινό χαμηλό, με την μεγάλη αυλή του να κοιτά στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο εμπρός του, και με το λίθο-χτισμένο φούρνο στο τέλος της αυλής, δίπλα στη μεγάλη γέρικη αμυγδαλιά που όταν άνθιζε την άνοιξη η αμυγδαλιά ξαναγέμιζε πουλιά. Στη συνέχεια της δυτικής πλευράς του σπιτιού ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη χρησίμευε όπου έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, το σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η άνυδρη γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας των γονιών του. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο μεγαλύτερο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά τους, μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα, το εργαλείο τους στις αγροτικές εργασίες και μεταφορικό μέσο εκείνα τα χρόνια. Αργότερα απέκτησαν κι ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο. Δυτικότερα στις αποθήκες, στο βάθος ήταν ένα ευρύχωρο και άνυδρο κτηματάκι, μια πεζούλα, περιφραγμένη με ξερολιθιά και φραγκοσυκιές όπου φύτρωναν αγκινάρες και εκεί στον υπαίθριο χώρο οι κότες και τα κοκόρια βοσκούσαν ελεύθερα.
Νοτιοανατολικά, σύνορο με την αυλή του σπιτιού είναι ο χωματόδρομος, στη συνέχεια μια αρκετά δύσκολη κατηφορική διαδρομή, ένα φιδοειδές μονοπάτι, και μετά από  τριακόσια μέτρα περίπου σταματά σ' ένα μικρο διάσελο όπου μια μικρή πηγή ανάβλυζε όλο το χρόνο λιγοστό γάργαρο νερό, διαυγές και κελαρυστό, όμοιο με διάφανο χρυσάφι, μέσα από τα βράχια που σχημάτιζαν έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν φυσικό πέτρινο τείχος. Η πηγή αυτή ήταν το μέρος από όπου προμηθεύονταν νερό οι κάτοικοι του οικισμού δυτικά του Αγίου Παντελεήμονα. Σε περιοχές όπου το νερό ήταν δυσεύρετο, ήταν πηγή ζωής για τους ανθρώπους. Το περισσευούμενο είχαν φτιάξει μια ευρύχωρη στεγανοποιημένη τσιμεντένια στέρνα, δίπλα σε μια μεγάλη κλαίουσα ιτιά, και ήταν πολύ σημαντική για τις μικρές υπαίθριες καλλιέργειες κηπευτικών των κατοίκων στην περιοχή του της δυτικής πλευράς του οικισμού. Το έδαφος της περιοχής δεν μπορούσε να συγκρατήσει νερό, απαραίτητο για την ανάπτυξη των καλλιεργειών. Έτσι, οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει αυλάκια με νερό που έφταναν με κατάλληλο σχεδιασμό και με κανάλια πότιζαν τα περιβόλια και τους μπαξέδες στις μικρές πεζούλες τις κατάλληλα διαμορφωμένες για τις καλλιέργειες που απλώνονταν ως την άλλη μεριά της ρεματιάς. Με αυτό τον τρόπο, εξασφάλιζαν το απαιτούμενο πότισμα τόσο στους λαχανόκηπους και τα διάφορα μικρά μποστάνια, όσο και για το πότισμα των οικόσιτων ζώων.
Χάνεται σε σκέψεις και αναμνήσεις! Περασμένη ώρα και του φαίνεται ότι κρατάει έναν πέτρινο τοίχο που καταρρέει και δεν ξέρει αν προτιμότερο θα ήταν όλα να είχαν σκεπαστεί απ' την ομίχλη και όλα να είχαν βυθιστεί μέσα στη λήθη.
( Ω χώματα της γης μου!
Χώμα «Μπουμπουτσελιάνικο»**
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!)  Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος Γ΄ 
**Λευκαδίτικο)

Click to Open
Ο Πρωτότοκος υιός. Ο Αλκιβιάδης
.....
Share:

Κυριακή 10 Απριλίου 2022

Dario...... The European Champion…..


Μπράβο γιε μου!

Dario… From: Elite from Stoumpos!
The European Champion…..
Share:

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

ΑΛΕΠΟΥ του όρους Τευμησσός (πέτρα)

 Η ιστορία της απολίθωσης της αλεπούς στη Θήβα είναι συνυφασμένη με την απολίθωση του σκύλου του Κέφαλου. Το ένα ζώο στάλθηκε στους Καδμείους ως τιμωρία από τους θεούς· το άλλο ήταν δημιούργημα του Ήφαιστου, χάρισμα του Δία στην αγαπημένη του Ευρώπη, εκείνης στον γιο τους Μίνωα, εκείνου στην αθηναία πριγκίπισσα Πρόκριδα, γιατί τον θεράπευσε από νόσημα που δεν του επέτρεπε να ενωθεί με καμιά γυναίκα ούτε να κάνει παιδιά, και εκείνης στον σύζυγό της Κέφαλο, όταν επέστρεψε στην Αττική. Η σύγκρουση των δύο ζώων εμπλέκει και άλλα πρόσωπα, όπως τον Αμφιτρύωνα, τον θνητό πατέρα του Ηρακλή και σύζυγο της Αλκμήνης, και άλλες ιστορίες, όπως την εκστρατεία εναντίον των Τηλεβόων ως εκδίκηση για τον χαμό των αδελφών της Αλκμήνης.

Ο Κέφαλος ήταν γιος του βασιλιά της Φωκίδας Δηιώνα και της Διομήδης, κόρης του Ξούθου. Παντρεύτηκε την Πρόκριδα, κόρη του βασιλιά των Αθηνών Ερεχθέα και της Πραξιθέας. Το ζευγάρι δέθηκε με αμοιβαίους όρκους αγάπης και με την υπόσχεση ότι δεν θα δενόταν ερωτικά με άλλους συντρόφους. Την υπόσχεση έσπασαν διαδοχικά και οι δυο, πρώτα η Πρόκριδα, μετά ο Κέφαλος.

Και οι δυο τους αγαπούσαν το κυνήγι, κυρίως ο Κέφαλος, και σύχναζαν στις πλαγιές του Υμηττού. Εκεί τον είδε η Ηώ και τον ερωτεύτηκε. Προσπάθησε να τον αποπλανήσει αλλά εκείνος, πιστός στον όρκο του στην Πρόκριδα, αρνιόταν. Τότε η θεά τον άρπαξε και τον έφερε στη Συρία. Αλλά και πάλι ο Κέφαλος αρνιόταν κάθε επαφή μαζί της. Τότε η Ηώ του πρότεινε να δοκιμάσει την πίστη της γυναίκας του, και αν εκείνη δειχνόταν άπιστη, τότε ο Κέφαλος θα αποδεσμευόταν από τους όρκους του. Το «παιχνίδι» της δοκιμασίας προέβλεπε μακρόχρονη απουσία του Κέφαλου -οκτώ χρόνια. Ύστερα, με τη βοήθεια της Ηώς πήρε τη μορφή ενός ξένου, του Πτελέοντα, και εμφανίστηκε στη γυναίκα του προσφέροντάς της δώρα από χρυσό. Τα πολλαπλασίασε, όταν η Πρόκριδα αρνήθηκε, και πρόσθεσε και ένα χρυσό στεφάνι. Δελεασμένη η γυναίκα, τον δέχθηκε στο δωμάτιό της, όπου και της αποκαλύφθηκε ο Κέφαλος, την κατηγόρησε για απιστία και την εγκατέλειψε για την Ηώ. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Φαέθων. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, η Πρόκριδα πραγματικά κοιμήθηκε με τον Πτελέοντα και ο Κέφαλος τους έπιασε επ' αυτοφώρω. Όπως και να έγινε, η Πρόκριδα ξενιτεύτηκε, πήγε στην Κρήτη, στον βασιλιά Μίνωα. Η ιστορία της εδώ εμπλέκεται με την ατεκνία του Μίνωα, με ένα μάλλον αφροδίσιο νόσημα από το οποίο υπέφερε ο βασιλιάς και με την επιθυμία του να ενωθεί με την Αθηναία πριγκίπισσα. Πιο συγκεκριμένα:

Στην αρχή της βασιλείας του ο Μίνωας δεν έκαμνε παιδιά· από το σώμα του έβγαιναν ερπετά που έτρωγαν τα σπλάχνα κάθε γυναίκας που ξάπλωνε μαζί του. Μόνο η γυναίκα του Πασιφάη δεν έπαθε τίποτε, γιατί ήταν κόρη του Ήλιου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου η Πασιφάη του έκανε μάγια, γιατί ο Μίνωας είχε πολλές ερωμένες. Έτσι, οι γυναίκες που πήγαιναν μαζί του τις καταβρόχθιζαν σκορπιοί και φίδια που έβγαιναν από το σώμα του. Όταν ο Μίνωας θέλησε την Πρόκριδα, εκείνη δέχτηκε να πάει μαζί του με αντάλλαγμα ένα κοντάρι που δεν έχανε ποτέ τον στόχο κι ένα σκύλο που δεν του ξέφευγε αγρίμι. Ήταν ο Λαίλαπας, δημιούργημα του Ήφαιστου, δώρο του Δία στην Ευρώπη που το κληροδότησε στον Μίνωα. Ύστερα η Πρόκριδα τον θεράπεψε με ένα βότανο, το λεγόμενο «ρίζα της Κίρκης». Άλλες μαρτυρίες θέλουν την Πρόκριδα να χρησιμοποιεί δέρμα ή κύστη από αίγα, με το οποία έφτιαξε μια κύστη που την έβαλε στον κόλπο μιας γυναίκας και την προφύλαξε, καθώς φίδια και άλλα ερπετά κρατήθηκαν εκεί και δεν διαχύθηκαν στον οργανισμό της. Έτσι κοιμήθηκαν μαζί. Επειδή όμως η Πρόκριδα φοβόταν τη νόμιμη γυναίκα του Μίνωα, την Πασιφάη, επέστρεψε στον Θορικό. Ήταν η σειρά της να δοκιμάσει τον Κέφαλο. Μεταμφιέστηκε σε έφηβο και άρχισε να συχνάζει σαν κυνηγός στα μέρη που κυνηγούσε και ο Κέφαλος στον Υμηττό. Το αλάθευτο κοντάρι της και ο σκύλος της, από τον οποίο δεν ξέφευγε κανένα θήραμα, της επέτρεπαν να έχει πάντα ένα αποτελεσματικό κυνήγι σε αντίθεση με τον Κέφαλο που τον έδερνε η ατυχία. Θέλησε, λοιπόν, ο Κέφαλος να αποκτήσει τα μέσα με τα οποία ο νεαρός έφηβος εξασφάλιζε την επιτυχία του στο κυνήγι, αλλά εκείνος του ζήτησε να σμίξουν μαζί. Τα κέρδη που θα προέκυπταν από τον σκύλο και το κοντάρι έκαμψαν τους δισταγμούς του Κέφαλου. Όταν όμως βρέθηκαν μαζί, αποκαλύφθηκε η πραγματική ταυτότητα του μεταμφιεσμένου έφηβου. Και η Πρόκριδα κατηγόρησε τον Κέφαλο για τη δική του απιστία που ήταν μεγαλύτερη και αισχρότερη από τη δική της. Ωστόσο, επήλθε συμφιλίωση μεταξύ τους. Πολύ περισσότερο τώρα, έχοντας τα πολύτιμα δώρα της Πρόκριδας, έβγαινε ο Κέφαλος στο κυνήγι, σπάνια με την Πρόκριδα που επίσης ήταν καλή κυνηγός, συχνότερα μόνος. Και επειδή η Πρόκριδα υποψιάστηκε την ύπαρξη άλλης γυναίκας, ζήτησε από έναν υπηρέτη του άνδρα της να της πει πού πήγαινε κα τι έκαμνε. Και ο υπηρέτης φανέρωσε ότι ο Κέφαλος ανέβαινε στην κορυφή του βουνού και φώναζε ὦ νεφέλη, παραγενοῦ, που σημαίνει σύννεφο έλα. Νομίζοντας η Πρόκριδα ότι επρόκειτο για γυναίκα με το όνομα «Νεφέλη», θέλησε να τη δει. Γι' αυτό, την επομένη, ακολούθησε κρυφά τον Κέφαλο, κι όταν εκείνος φώναξε το σύννεφο, η Πρόκριδα σηκώθηκε από εκεί που παραμόνευε για να δει. Ο Κέφαλος θεώρησε ότι επρόκειτο για ζώο που κρυβόταν και πέταξε το αλάθητο ακόντιο που πέτυχε τη γυναίκα του. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, το ζευγάρι κυνηγούσε μαζί· καθώς η Πρόκριδα απομακρύνθηκε μέσα σε μια συστάδα από πυκνούς θάμνους, ο Κέφαλος, χωρίς να προσέξει, έριξε το αλάθητο ακόντιο που πέτυχε την Πρόκριδα και τη σκότωσε. Την είδηση του θανάτου έφερε ο ίδιος στον Ερεχθέα, ο οποίος έθαψε το σώμα της κόρης του με τιμές, έμπηξε μάλιστα το ακόντιό του στον τάφο δείχνοντας έτσι πως η κόρη του πέθανε βίαια και ότι έπρεπε να υπάρξει εκδίκηση. Ο Κέφαλος δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο και καταδικάστηκε σε ισόβια εξορία. 

Ο Κέφαλος άφησε την Αθήνα και κατευθύνθηκε προς τη Θήβα, όπου τον είχε καλέσει ο Αμφιτρύωνας, για να βοηθήσει με το ακόντιο και τον σκύλο του στο κυνήγι της αλεπούς στο όρος Τευμησσός. Την είχαν στείλει οι θεοί σαν τιμωρία στους Θηβαίους, γιατί είχαν παρεκκλίνει από την ορθή διακυβέρνηση. Αυτή η άγρια αλεπού ρήμαζε την Καδμεία και οι Θηβαίοι ήταν υποχρεωμένοι να της προσφέρουν κάθε μήνα ένα από τα παιδιά τους, γιατί διαφορετικά θα άρπαζε πολλούς. Και καθώς η μοίρα της όριζε να μην μπορεί να τη φτάσει κανείς, η εξόντωσή της έμοιαζε αδύνατη. Γι' αυτό και ο Αμφιτρύωνας κάλεσε τον Κέφαλο με αντάλλαγμα ένα μέρος από τα λάφυρα των Τηλεβόων, εναντίον των οποίων θα εκστράτευε ο Αμφιτρύωνας· γιατί το πεπρωμένο του σκύλου του ήταν να πιάνει ό,τι κυνηγάει. Ο Κέφαλος δέχτηκε, με τον όρο να εξαγνιστεί για τον ακούσιο φόνο της γυναίκας τους. Και καθώς ο σκύλος καταδίωκε την αλεπού και επειδή το πεπρωμένο των δύο ζώων ήταν αυτό που ήταν, έμοιαζε η καταδίωξη να μην είχε τέλος. Και τότε ο Δίας μεταμόρφωσε και τους δυο σε πέτρινα αγάλματα, για να μπει τέλος σε αυτό το ατελείωτο κυνηγητό. Κατά τον Ερατοσθένη (1.33) ο Δίας καταστέρωσε το σκυλί ἄξιον κρίνας. Αυτός είναι ο αστερισμός του Μεγάλου Κυνός. Κατά άλλους ο αστερισμός αυτός είναι το σκυλί του Ωρίωνα. 

Ο γραμματικός του 3ου αι. π.Χ. Παλαίφατος υποστηρίζει ότι ο Αλώπηξ ήταν Θηβαίος που διακρινόταν για την αρετή του, κάτι που προκάλεσε φόβο στον βασιλιά ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει τον θρόνο. Γι' αυτό, τον εξόρισε από την πόλη, εκείνος όμως συγκέντρωσε στρατό και κατέλαβε τον λόφο Τευμήσιο. Τον σκότωσε ο Αθηναίος Κέφαλος που ήρθε με στρατό σε βοήθεια των Θηβαίων και διέλυσε τον στρατό του. ὧν γενομένων ἐμυθολογήθη ἐκεῖνα (περί απίστων, 5).

Share:

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2022

Τζον Χένρυ Χολινταίη γνωστός και με το παρατσούκλι Ντοκ,

......«Δει των προειρημένων μνημονεύειν και μηδέν οίεσθαι τούτων λέγεσθαι γεγονός ούτω και πεπραγμένον.»
Δηλαδή αυτά που είπαμε και εξιστορούμε, να μη νομίζουμε ότι επειδή τα αναφέραμε, ότι έτσι και έγιναν.  (Πλούταρχος)
 Η ιστορία μπορεί να είναι διαφορετική γιατί συνήθως γράφεται από αυτούς που κυριάρχησαν. Μπορεί κάποιος να διηγείται γεγονότα στα οποία ΔΕΝ ήταν παρόν, αλλά να επιμένει πως τα άκουσε από ένα άτομο που ήταν. Όμως η αντίληψη κάθε ατόμου είναι πάντοτε υποκειμενική. Επιπλέον υπάρχει πάντοτε η αποσιώπηση των γεγονότων είτε από φόβο ή από υποβολή.
Σίγουρα έχεις ακούσει τα ονόματα Γουάιατ Ερπ και Ντοκ Χολινταίη. Μάλιστα ίσως έχεις δει κάποιες ταινίες αναφορικά με τη ζωή τους και τη μονομαχία στο Ο.Κ. Κοράλ. Αναρωτιέμαι αν γνωρίζεις τι ακριβώς συνέβη. Οι αυτόπτες μάρτυρες λένε για ανταλλαγή τριάντα πυροβολισμών μέσα σε μισό λεπτό. Βέβαια μόνο εννιά άτομα ήταν παρόντα. Οι τρεις Ερπ και ο Ντοκ, ενάντια στους πέντε παράνομους που είχαν μια συμμορία με την επονομασία "καουμπόης" με επικεφαλή τον Άικ Κλάντον. 26 Οκτωβρίου του 1881 και περί ώρα 3 μετά μεσημβρίας. Τρεις νεκροί καουμπόης και τρεις τραυματίες από τους Ερπ.
Όλα αυτά βέβαια αποδίδονται κυρίως από τη μετεγγραφή των χειρογράφων της δίκης ενάντια στους Ερπ που ανέφερε ότι έπραξαν παράνομα, αλλά τελικώς αθωώθηκαν. Φυσικά οι νόμοι της άγριας δύσης ήταν πολλοί διαφορετικοί από αυτούς που έχουν τώρα οι Αμερικάνοι.
Ο Τζον Χένρυ Χολινταίη γνωστός και με το παρατσούκλι Ντοκ, ήταν ένας νεαρός με υψηλό δείκτη νοημοσύνης αλλά και εμπάθειας. Πώς μπορούμε να το σιγουρέψουμε αυτό; Πολύ απλά αν κοιτάξεις τις σπουδές του, όχι μόνο μελέτησε τους κλασσικούς, αλλά μόλις μέσα σε τέσσερα χρόνια έμαθε να μιλάει και να γράφει λατινικά, γαλλικά και αρχαία ελληνικά. Επίσης σπούδασε ρητορική, γραμματική, μαθηματικά, ιστορία, ιατρική και οδοντιατρική της εποχής. Μόνος του ανακούφιζε τους πόνους της μητέρας του που έπασχε από φυματίωση και δυστυχώς κόλλησε από αυτή. Τέλος έγινε τόσο καλός οδοντίατρος και χρησιμοποιούσε ένα δικό του μείγμα- απόσταγμα με λάβδανο, βιολέτα, τσουκνίδα και αλκοόλ για να καταπραΰνει τις στοματικές λοιμώξεις. Μάλιστα υπάρχει ακόμα μια αγγελία που ανέφερε πως αν οι πελάτες του δεν έμεναν ικανοποιημένοι θα τους επέστρεφε τα χρήματα. Ήταν τόσο καλός στη δουλειά του!
Λόγω της φυματίωσης μετέβη σε πιο ξηρά κλίματα και έπαψε να ασκεί το επάγγελμα για να μην κολλήσει κάποιον άλλο την ασθένεια. Η ιδιοφυΐα του στα μαθηματικά, αλλά και η αυξημένη εμπάθεια τον οδήγησαν στο να γίνει επαγγελματίας χαρτοπαίκτης. Μπορούσε να "διαβάσει" μέσα σε μερικές στιγμές τους αντιπάλους του και να υπολογίσει τις πιθανότητες.
Ένα βράδυ που καθόταν στο σαλούν Μπι Χάιβ (μελισσοφωλιά) και έβηχε σχεδόν ασταμάτητα φτύνοντας αίμα σε ένα μαντήλι μουσκεμένο με μπράντι και λάβδανο, έτυχε να μπει μια αξιοπερίεργη γυναίκα. Εκείνη φορούσε αντρικά ρούχα, παντελόνι πουκάμισο, γιλέκο, καπέλο και καμπαρντίνα. Έφερε μια επιπλέον ζώνη στη μέση της με δύο εξάσφαιρα περίστροφα Κολτ που διέθεταν χειρολαβές από ελεφαντόδοντο και οι κάνες τους ήταν επάργυρες. Παραδόξως τα αντρικά βλέμματα απέφευγαν να την κοιτάξουν. Η ίδια πήρε το καλύτερο ουίσκι του σαλούν και πλησίασε τον Ντοκ. Κανείς δεν άκουσε τι ακριβώς κουβεντιάσανε. Μισή ώρα αργότερα βγήκαν από το σαλούν και τη γυναίκα δεν την είδε ξανά ποτέ κανείς.
Ο Χένρι βρέθηκε να ακολουθεί την μελαμψή γυναίκα στο ξενοδοχείο που διέμενε. Δε συνάντησαν κανένα στο δρόμο μέχρι το δωμάτιο του. Αφού μπήκαν μέσα, εκείνη τον βοήθησε να ξαπλώσει και του έβγαλε προσεκτικά τις μπότες, το παντελόνι, το γιλέκο και το πουκάμισο. Τα βαθύ πράσινα μάτια της έλαμπαν με μια απόκοσμη φλόγα.
- Vidi te in somnis! Hac nocte peribitis (Σε είδα στα όνειρα μου! Απόψε θα πεθάνεις)… του είπε η γυναίκα.
- Scio id! Quis es? (Το γνωρίζω! Ποια είσαι;).
- Ego sum jucundus momentum (Είμαι μια ευχάριστη στιγμή).
- Volo vivere in eo momentum (Θέλω να ζήσω σε αυτή τη στιγμή).
Τα ματωμένα χείλη του έβηξαν εκ νέου, αλλά η γυναίκα δε φάνηκε να σιχαίνεται. Με αργές κινήσεις του έβγαλε όλα τα ρούχα και τον άφησε γυμνό πάνω στο κρεβάτι. Στη συνέχεια τον καθάρισε από τα αίματα και τον έπλυνε με αρωματισμένα πανιά. Αφού τέλειωσε, η ίδια αφαίρεσε τα δικά της ρούχα. Ο Χένρι σάστισε κοιτώντας το γυμνό της σώμα που ήταν αψεγάδιαστο. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμυχή, ούτε και τριχοφυΐα. Το μέτριο στήθος της έστεκε στητό και οι θηλές της ήταν πρησμένες. Οι υπόλοιπες καμπύλες έδεναν αρμονικά πάνω στο σώμα της. Ασυναίσθητα η πούτσα του Χένρι άρχισε να διογκώνεται.
Εκείνη του χαμογέλασε και έπιασε με το χέρι της τη βάση του στελέχους του πέους. Τρία δάχτυλα της χάιδεψαν τα αρχίδια του απαλά, ενώ το στόμα της βρέθηκε να φιλάει την πρησμένη σα μανιτάρι βάλανο. Μισή ανάσα αργότερα όλο το σιδερένιο κοντάρι βρισκόταν στα βάθη του λαιμού της. Ο Χένρι είδε τα μάτια της γυναίκας να σκουραίνουν. Αλλά κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πόσο ανάγκη είχε και ο ίδιος να ζήσει για μια φορά αυτό το μεγάλο ταξίδι. Ο "μικρός θάνατος" που είχε διδαχθεί στα γαλλικά κάλπαζε με μεγάλη ταχύτητα. Αναστέναξε δυνατά και προσπάθησε με το χέρι του να τραβήξει τη γυναίκα που το στόμα της αγκάλιαζε την πούτσα του και ανεβοκατέβαινε πάνω σε αυτήν. Εκείνη τον αγνόησε και πολύ σύντομα δέχθηκε στο στόμα της το σπέρμα του.
Είκοσι καρδιοχτύπια αργότερα σκαρφάλωσε πάνω στο Χένρι και οδήγησε το ακόμα στητό παλούκι του μέσα στη σάρκα της. Εκείνος την άκουσε να αναστενάζει. Είδε το σώμα της ολόκληρο να τραντάζεται και να ριγεί. Ένοιωσε τα κολπικά υγρά της να πλημμυρίζουν το πέος του και τη λεκάνη του. Όταν εκείνη άρχισε να κινείται με απόκοσμο τρόπο και ρυθμό, τον κάλεσε μαζί της στη χώρα της ηδονής. Και ο Χένρι για μια στιγμή που κράτησε καιρό, είδε έναν διαφορετικό, αλλά πανέμορφο κόσμο. Με το πέρας της στιγμής άφησε την τελευταία του αναπνοή στο στόμα της.
Η γυναίκα ευχαριστημένη από την απόλαυση που είχε δεχθεί, έντυσε το Χένρι και πήρε τη σωρό του για να την θάψει κάπου μυστικά. Το μόνο άτομο που κατάφερε να σπάσει την ψευδαίσθηση, έστω και προσωρινά, ήταν μια γυναίκα-αρτίστα-ιερόδουλη που λεγόταν Μαρία Κατερίνα Χόρονυ και αργότερα Κάμμινγκς. Η γυναίκα που παρουσιαζόταν ως Ντοκ πήρε μαζί της την Κατερίνα αναφέροντας πολλές φορές πως ήταν πνευματικοί ίσοι. Οι Ουγγρικές ρίζες της Κατερίνας θύμιζαν κάποιες ευχάριστες αναμνήσεις στην άλλη γυναίκα. Ζήσανε μαζί για δέκα χρόνια σαν ζευγάρι.
Κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας η Κατερίνα έζησε πολλούς συγκλονιστικούς οργασμούς από τα χέρια, το στόμα και τη γλώσσα της γυναίκας που υποδυόταν τον Ντοκ. Το βράδυ της πρώτης Νοεμβρίου του 1940 αντάμωσε ξανά τη γυναίκα εκείνη. Είχε έρθει για να της κλείσει τα μάτια για τελευταία φορά, πράγμα που έκανε τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας.
Αυτό που σου περιέγραψα θα μπορούσε να είναι μια πραγματική ιστορία που στην ουσία την κατέχουν μόνο δύο άτομα εκ των οποίων το ένα δε ζει πια. Στο χέρι σου είναι το τι θα πιστέψεις.
.... Copy from:
Περί μύθων της Άγριας (Μακρινής) Δύσης
 Γράφτηκε από: Hecate
 Κατηγορία: Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
 Δημοσιεύθηκε : 08 Δεκέμβριος 2021
© Copyright XStream Management. All Right Reserved.
Copyright Protected with www.ProtectMyWork.com,
Reference Number: 16151071221S003
Share:

Τζον Χένρι «Ντοκ» Χόλιντεϊ

Παρά το γεγονός ότι σήμερα μνημονεύεται για το μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών σε μια από τις πιο διαβόητες μονομαχίες του Φαρ Ουέστ, ο Τζον Χένρι «Ντοκ» Χόλιντεϊ είχε αποκτήσει φήμη πολύ πριν από τη μάχη στο O.K. Corral του Tombstone της Αριζόνα. Γεννημένος στην Τζόρτζια και μεγαλωμένος με την παράδοση του νότιου τζέντλεμαν, το «ντοκ» του παρατσουκλιού του ήταν κάποτε αληθινός τίτλος, μιας και ο Χόλιντεϊ είχε βγάλει την περίφημη σχολή Οδοντιατρικής Χειρουργικής του Κολεγίου της Πενσιλβάνια το 1872 και έκανε πια καριέρα ως αξιοσέβαστος οδοντογιατρός στην Ατλάντα. Κάποια στιγμή εμφάνισε έναν επίμονο βήχα, που θα τον έβαζε σε αληθινές περιπέτειες. Ο γιατρός τού διέγνωσε φυματίωση και τον συμβούλευσε να μετακομίσει σε πιο ξηρό κλίμα. Πιο ξηρό κλίμα ήταν για τις ΗΠΑ η Άγρια Δύση, κι έτσι ο οδοντογιατρός παίρνει το βιος του και μεταναστεύει στο Ντάλας του Τέξας, όπου όπως όλοι παραδέχονται άνοιξε ένα οδοντιατρείο και συνέχισε την πετυχημένη καριέρα του. Δυστυχώς όμως είναι τώρα στο Τέξας, κι έτσι σύντομα τα τραπουλόχαρτα θα τον αφορούν περισσότερο από τα δόντια. Ο οδοντογιατρός είναι σαΐνι στο πόκερ, πόκερ όμως σημαίνει πίσσα και πούπουλα και καυτά εξάσφαιρα. Πριν καν το καταλάβει, θα βρεθεί στα χέρια του νόμου για τη συμμετοχή του σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Τώρα είναι παράνομος και βάζει σκοπό να δικαιώσει τον νέο του τίτλο: οργώνει το Φαρ Ουέστ, βγάζει τα προς το ζην από την τράπουλα και καταλαγιάζει τον βήχα του με αλκοόλ και ξέφρενα ξενύχτια. Κάποια στιγμή σώζει κάποιον Γουάιατ Ερπ από σίγουρη δολοφονία και οι δύο άντρες γίνονται κολλητοί φίλοι. Ο Χόλιντεϊ τού έμεινε πιστός και τον ακολούθησε στη μονομαχία του O.K. Corral το 1881, στεκόμενος στο πλάι του καθ’ όλη την αιματοβαμμένη βεντέτα που ακολούθησε τη μάχη. Την επόμενη χρονιά εγκατέλειψε την Αριζόνα, καθώς η μαύρη του φήμη προηγούνταν πια, και αναζήτησε την τύχη του ως περιπλανώμενος πιστολέρο και χαρτοπαίκτης αλλού. Μέχρι το 1887 όμως η ζωή στα όρια τον είχε προλάβει, αναγκάζοντάς τον να μετακομίσει σε έναν σανατόριο του Κολοράντο μπας και σωθεί από τη φυματίωση. Ήταν πια αργά, κι έτσι πέθανε μόλις στα 36 του. Κανείς όμως δεν ξέχασε τον κακόφημο «γιατρό» που πλαισίωσε τον Ερπ και τα αδέρφια του στην ολομέτωπη αναμέτρησή τους με τις συμμορίες των Κλάντον και ΜακΛόουρι, τους καουμπόηδες που παραείχαν αποθρασυνθεί και δεν υπολόγιζαν πια κανέναν νόμο. Η ιστορία του Χόλιντεϊ παραμένει μια από τις πλέον αιματοβαμμένες αλλά και γοητευτικές όλου του φολκλόρ της Άγριας Δύσης, με τον ίδιο να μένει σύμβολο των άγριων ιδανικών μιας κοινωνίας που έψαχνε τον εαυτό της…

Πρώτα χρόνια

Ο Τζον Χένρι Χόλιντεϊ γεννιέται στις 14 Αυγούστου 1851 στο Γκρίφιν της Τζόρτζια δίνοντας αμέσως χαρά στους γονείς του, οι οποίοι μόλις πέρσι είχαν θάψει το πρώτο τους παιδί. Η μεσοαστική οικογένεια ζούσε άνετα στην πολύβουη πόλη του αμερικανικού Νότου, που είχε μετατραπεί σε κέντρο εμπορίου βάμβακος και ανθούσε όσο να πεις. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και αξιοσέβαστο μέλος της τοπικής κοινωνίας. Αυτός και η γυναίκα του λάτρευαν τον μοναχογιό τους κι έτσι δεν τσιγκουνεύτηκαν τα έξοδα για να διορθώσουν χειρουργικά το λυκόστομά του (δυσπλασία της άνω γνάθου) και να του παράσχουν για χρόνια δάσκαλο ορθοφωνίας ώστε να μάθει να μιλά κατανοητά. Η μητέρα φρόντισε να του δώσει τη σωστή ανατροφή του Νοτίου, ένα πρωτόκολλο που θα σφράγιζε την προσωπικότητα του «Ντοκ» ισοβίως. Ο μικρός διέπρεπε στο σχολείο και ήταν φανερό ότι τα έπαιρνε τα γράμματα, ειδικά τα μαθηματικά και τα αρχαία ελληνικά, που ήταν το πάθος του. Όταν μάλιστα έχασε τη μητέρα του από φυματίωση το 1866, ο έφηβος έπεσε ακόμα περισσότερο με τα μούτρα στη μελέτη και στα βιβλία.

Ο θάνατός της τον άφησε σωστό ερείπιο και η μελέτη ήταν το μόνο που φαινόταν να του δίνει διέξοδο από το δράμα του. Κι έτσι το 1870 θα περάσει την πόρτα του εκπαιδευτικού ιδρύματος που είναι σήμερα γνωστό ως Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, βγαίνοντας σε δυο χρόνια πτυχιούχος οδοντιατρικής…


Νέο ξεκίνημα στη Δύση

Ο Χόλιντεϊ επέστρεψε στον Νότο και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα στην Ατλάντα, καθώς το καλό οικογενειακό όνομα (πατέρας φαρμακοποιός, θείος χειρουργός και ξάδερφος γιατρός) ήταν αρκετό για να του εξασφαλίσει την πρώτη πελατεία. Μιλάμε όμως για μια εποχή που η οδοντιατρική εξασκούνταν χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό, γι’ αυτό και συνήθως η καριέρα του οδοντογιατρού παραήταν σύντομη ή τουλάχιστον θανάσιμα επικίνδυνη. Κι έτσι σύντομα θα βρεθεί να πάσχει από φυματίωση και του συστήνουν να μετακομίσει στα δυτικά για να καλμάρει ο βήχας του. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά γιατί πήρε την απόφαση να αφήσει την καλή του δουλειά και να μετακομίσει άρον-άρον στο Ντάλας, λένε πάντως πως ήταν η φυματίωση αυτή που τον ανάγκασε να αλλάξει τον ρου της ζωής του. Όπως κι αν έχει, ο Χόλιντεϊ συνέχισε να ασκεί την οδοντιατρική στο νέο του σπίτι στο Τέξας, παίρνοντας μάλιστα και βραβείο οδοντιατρικής στην ετήσια αγροτική έκθεση του Ντάλας με τον νέο του συνεργάτη! Το Ντάλας όμως, «η τελευταία μεγάλη πόλη πριν το απολίτιστο Δυτικό Σύνορο», όπως το λέγανε χαρακτηριστικά, τον ξελόγιασε από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του εκεί. Τόσο μακριά από τη συντηρητική κοινωνία που είχε μεγαλώσει και με ολότελα διαφορετικά ήθη, δεν θέλησε πολύ ο πάντα τζογαδόρος «Ντοκ» να αφιερωθεί ολόψυχα στην τσόχα και το ποτό. Σύντομα θα ζούσε σαν χαρτοπαίκτης, με τον άσο στο μανίκι του και το κολτ κάτω από το μαξιλάρι του. Τα πάθη του κατηύθυναν πια τη ζωή του και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1870 θα έχει ήδη τη φήμη του τζογαδόρου να τον κυνηγά. Είχε ξεπουπουλιάσει πολλούς και έκανε εξίσου αμέτρητους εχθρούς.

Είχε όμως και τη φήμη του καβγατζή, αφού παρά την κακή κατάσταση της υγείας του δεν έλεγε ποτέ «όχι» σε μερικές μπουνιές. Το βίαιο παρελθόν του έμοιαζε να τον κυνηγά, καθώς στην Ατλάντα είχε μπλεχτεί σε έναν καυγά με κάτι Αφρο-Αμερικανούς και είχε ρίξει μερικές πιστολιές. Τώρα ήταν σεσημασμένος χαρτοπαίκτης (συνελήφθη για παράνομο τζόγο τον Μάιο του 1874) και γνωστός στον τοπικό σερίφη. Το πράγμα θα γινόταν χειρότερο τον Ιανουάριο του 1875, όταν συλλαμβάνεται για ανταλλαγή πυροβολισμών με τον ιδιοκτήτη ενός σαλούν. Στο τρίτο του συναπάντημα με τον νόμο, πάλι για τζόγο, παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει το Ντάλας και να μετακινηθεί ακόμα δυτικότερα, ψάχνοντας πια το είδος της περιπέτειας που μόνο η Άγρια Δύση μπορούσε να εξασφαλίσει. Η ζωή του ήταν τώρα τζόγος και ποτό. Και ξεκαθαρίσματα λογαριασμών αν χρειαζόταν, αφού παραήταν έτοιμος να τραβήξει το πιστόλι του. Ζούσε ως χαρτοπαίκτης, δούλευε σε σαλούν ως ντίλερ πόκερ και μετακινούνταν συνέχεια, ακολουθώντας τον «κίτρινο πυρετό» που γέμιζε τις πόλεις και τα χωριά με ανθρώπους έτοιμους να ξοδέψουν τα ψήγματα του χρυσού που είχαν μόλις βρει.

Μπόλικες συλλήψεις και καταδίκες μετά, ο «Ντοκ» ήταν και πάλι στον δρόμο, αλλάζοντας πόλεις σαν πουκάμισα. Τον Οκτώβριο του 1887 κατέφτασε στο Ντοτζ Σίτι του Κάνσας, το πλέον κακόφημο μέρος της ευρύτερης περιοχής και άντρο ανομίας. Εκεί θα βρει τον Γουάιατ Ερπ, θα τον σώσει από τις δολοφονικές διαθέσεις μιας ομάδας οργισμένων καουμπόηδων και οι δυο άντρες θα γίνουν φίλοι καρδιακοί. Ο «Ντοκ» έπαιζε χαρτιά στο σαλούν που έστησαν καρτέρι στον Ερπ, ο οποίος λειτουργούσε τώρα ως βοηθός σερίφη και είχε ενοχλήσει πολλούς. Ο Χόλιντεϊ βλέποντας την έκρυθμη κατάσταση τράβηξε το πιστόλι του και έσωσε την παρτίδα για τον Γουάιατ. Στο Ντοτζ Σίτι ο Χόλιντεϊ εμφανίζεται μάλιστα παντρεμένος με μια ταραχοποιό της πόλης! Μέχρι το 1879 όμως το Ντοτζ Σίτι έχασε τον μαγνητισμό του στους παράνομους και τους χαρτοπαίκτες, όπως εξομολογείται ο Ερπ σε γράμμα στον αδερφό του, κι έτσι οι δυο άντρες μετακινούνται στο Tombstone της Αριζόνα, που ήταν ακόμα όσο κακόφημο προσδοκούσαν οι πιστολέρο μας. Μια μικρή πόλη ανθρακωρύχων δηλαδή που είχε στηθεί στα γρήγορα κοντά στα μεξικάνικα σύνορα, όπου και θα γραφόταν μια από τις θρυλικότερες σελίδες του Φαρ Ουέστ…

Χόλιντεϊ, Ερπ και το ξεκαθάρισμα στο O.K. Corral

Ο «Ντοκ» ήταν τώρα εξίσου γνωστός και διαβόητος όσο και ο κολλητός του, καθώς μαζί μετρούσαν πολλές περιπέτειες και στις δύο πλευρές του φάσματος του νόμου (είχαν επιστρατευτεί συχνά από σερίφηδες στο κυνήγι συμμοριών). Ο «Ντοκ» είχε ανοίξει μάλιστα το δικό του σαλούν (με τη γυναίκα του) σε άλλη κακόφημη πόλη του Τέξας πριν πάρει την απόφαση να ακολουθήσει τον Ερπ στην Αριζόνα. Ίσως τα άφησε όλα πίσω του για να γλιτώσει από τις κατηγορίες που τον ενέπλεκαν σε μια υπόθεση ληστείας ταχυδρομικής άμαξας στις αρχές του 1881. Ίσως πάλι γιατί μέχρι τότε ήταν διαβόητος πιστολέρο (του άρεσε να φυτεύει μια σφαίρα στην παλάμη του χεριού που ο αντίπαλος κρατούσε το ρεβόλβερ του) και οι εχθροί του παρά-είχαν γίνει πολλοί.

Ίσως τέλος γιατί στο Tombstone ήταν σερίφης ο αδελφός του κολλητού του Ερπ, κι έτσι υπολόγιζε πως θα την έβγαζε καθαρή με τις περιπέτειες που είχε με τον νόμο. Όπως κι αν έχει, στις 26 Οκτωβρίου 1881 θα βρεθεί δίπλα στα αδέρφια Ερπ να κυνηγούν τις συμμορίες των αδελφών Κλάντον και των αδελφών ΜακΛόουρι. Περισσότερες από 30 σφαίρες έπεσαν στη μάχη που κράτησε το πολύ 30 δευτερόλεπτα και θα άφηνε κληρονομιά αχτύπητη στην Άγρια Δύση ως η θρυλικότερη μονομαχία που έλαβε ποτέ χώρα στα χρονικά του Φαρ Ουέστ! Το ξεκαθάρισμα άφησε τρεις νεκρούς και μπόλικους τραυματίες, περιλαμβανομένου του Χόλιντεϊ.

Τόσο αυτός όσο και ο Ερπ συνελήφθησαν αρχικά για φόνο, απαλλάχτηκαν ωστόσο σύντομα από τις κατηγορίες. Μετά τη μονομαχία, τόσο ο Βίρτζιλ όσο και ο Μόργκαν Ερπ δολοφονήθηκαν, αναγκάζοντας τον Γουάιατ και τον Χόλιντεϊ να ξεκινήσουν τη μακρά τους βεντέτα για την εκδίκηση του χαμού τους. Η αιματοβαμμένη σταυροφορία θα κρατούσε μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος του 1882 και τώρα ο σερίφης Ερπ και ο βοηθός του Χόλιντεϊ θα ήταν στην πλευρά των καλών. Αρκετοί φόνοι βάραιναν πια τον Χόλιντεϊ, για τον οποίο είχαν εκδοθεί εξάλλου αρκετά εντάλματα σύλληψης και ο Ερπ τον είχε σώσει από αρκετές καταδίκες και φυλακίσεις.

Όταν τσακώθηκε φραστικά με τον Ερπ στο Αλμπουκέρκι και αποφάσισαν να τραβήξουν δρόμους χωριστούς, τίποτα δεν υπήρχε πια να τον κρατά στην Αριζόνα. Κι έτσι φυγάς τώρα περνά στο Νέο Μεξικό και από εκει στο Κολοράντο…

Τελευταία χρόνια

Η υγεία του ήταν όμως σε πολύ κακή κατάσταση. Ο Ερπ τον επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο που διέμενε στα τέλη του χειμώνα του 1886 και τον βρήκε σε τραγική κατάσταση, να βήχει σαν χτικιό και να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Εθισμένος στο αλκοόλ και το λάβδανο πια που κάλμαρε τον βήχα του, δεν μπορούσε ούτε χαρτιά να παίξει, κι έτσι ήταν βουτηγμένος στα χρέη και την ανέχεια. Όχι ότι άφησε πίσω του την κακή του φήμη, καθώς ακόμα και έξι μήνες πριν από τον θάνατό του και μες στην τραγικότητα της κατάστασής του πυροβόλησε έναν ακόμα ιδιοκτήτη σαλούν στον ώμο! Από τη φυλακή βγήκε στα τέλη Μαρτίου και τώρα δανειζόταν για να ζήσει και να πληρώνει το δωμάτιο στο ξενοδοχείο-σανατόριο όπου ψευτοπερνούσε τις τελευταίες του στιγμές.

Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου 1887 ζητώντας επιτακτικά από τη νοσοκόμα μια τελευταία γουλιά μπέρμπον. Όταν εκείνη αρνήθηκε, τον άκουσε να μουρμουρίζει την ώρα που άφηνε την τελευταία του πνοή: «Κοίτα να δεις πλάκα!». «Λίγοι άνθρωποι με τον χαρακτήρα του είχαν περισσότερους φίλους και πιστότερους συνοδοιπόρους από αυτόν», έγραψε στον επικήδειό της η εφημερίδα «Denver Republican», σημειώνοντας ωστόσο ότι «αντιπροσώπευε μια τάξη ανθρώπων που εξαφανίζονται στη νέα Δύση», εννοώντας προφανώς τους ντεσπεράντο…

Share:

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Μύθος «Έρως και Ψυχή»

Ο Λατίνος συγγραφέας και φιλόσοφος, Λούκιος Απουλήιος, μας διηγείται το 2
ο μ.Χ αιώνα, το μύθο «Έρως και Ψυχή», ο οποίος προέρχεται από τη λαϊκή φιλοσοφία και παράδοση.
Ο μύθος αρχετυπικά λειτουργεί όπως ο κόσμος του ασυνειδήτου αφού στην ουσία είναι ο κόσμος των αρχετύπων, των μυθικών μοτίβων που συμπυκνώνονται και δημιουργούν το φαντασιωσικό κόσμο που προέρχεται από τις ανθρώπινες προβολές.
«Οι μύθοι είναι ένα παραμορφωμένο υπόλειμμα φαντασιώσεων που αφορούν στην επιθυμία». (Freud, 1930b)
Με τον τρόπο αυτό αποτελούν ένα ψυχολογικό ξεδίπλωμα όλων όσων αρχετυπικά κατοικούν μέσα μας.
Ειδικότερα, κατά το μύθο:
«Η θεά Αφροδίτη γεννήθηκε στα παράλια της Κύπρου, στους αφρούς της θάλασσας. Ο Ζέφυρος, ο δυτικός άνεμος, την μετέφερε, αφού την περιποιήθηκαν οι Ώρες, στον Όλυμπο. Όταν παρουσιάστηκε στους θεούς, όλοι έμειναν έκπληκτοι από την εκθαμβωτική ομορφιά της. Η εικόνα της προκάλεσε το αμέριστο ενδιαφέρον και τον πόθο των αντρών. Στο πέρασμά της, τα λουλούδια άνθιζαν και η φύση ζωντάνευε. Θεοί και θνητοί την επιθυμούσαν παράφορα. Λέγεται ότι ο Ήφαιστος κατάφερε να την κάνει γυναίκα του αλλά δεν μπόρεσε να την κρατήσει μακριά από τους πειρασμούς. Οι απιστίες της Αφροδίτης με άλλους θεούς, όπως ο Διόνυσος, ο Ποσειδώνας και ο Ερμής, γέννησαν πολλά παιδιά.
Η σημαντικότερη όμως «εξωσυζυγική» της σχέση, ήταν αυτή με τον θεό του πολέμου, Άρη.
Καρπός του έρωτά τους, ήταν ο Έρωτας. Ο φτερωτός θεός με τα βέλη, γεννήθηκε ένα καλοκαίρι από την ερωτική συνεύρεση της θεάς της ομορφιάς και του θεού του πολέμου. Ο Έρωτας εκπροσωπούσε τη σαγήνη και το πάθος, συναισθήματα που δημιουργούσαν ζωή. Εμφανιζόταν και έριχνε τα βέλη του, προκαλώντας ευτυχία και παράλληλα βάσανα στους ανθρώπους.
Ο Έρωτας όμως ερωτεύτηκε την Ψυχή, πέφτοντας ο ίδιος θύμα του έρωτα. Η Ψυχή, μία κοινή θνητή ήταν το αντικείμενο του πόθου του, η οποία ξεπερνούσε σε ομορφιά ακόμα και τη θεά του έρωτα, Αφροδίτη. Η ομορφιά της ήταν τόσο αλλόκοτη που πλήθος αντρών συνέρρεαν στο σπίτι της για να τη θαυμάσουν, μένοντας άφωνοι στη θέα του απρόσιτου κάλλους, το οποίο προσκυνούσαν με θρησκευτική λατρεία.
Η Αφροδίτη παρατήρησε ότι το ενδιαφέρον των αντρών προς το πρόσωπό της μειώθηκε και οι ναοί που τη λάτρευαν ερήμωσαν. Για το λόγο αυτό ζήλεψε θανάσιμα την Ψυχή και θέλησε να την εκδικηθεί. Για να το καταφέρει, διέταξε τον γιο της να δηλητηριάσει με τα βέλη του όλους τους άντρες, για να μην την ποθεί πια κανείς. Στην προσπάθειά του ο Έρωτας, κατά λάθος, πληγώθηκε από τα ίδια του τα βέλη και ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα.
Στο μεταξύ παρά την ομορφιά της, η Ψυχή δε μπορούσε να παντρευτεί, ενώ οι αδερφές της είχαν ήδη δημιουργήσει οικογένεια και παιδιά. Οι γονείς της απογοητευμένοι απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός τους είπε, ότι η Ψυχή θα παντρευόταν έναν αθάνατο και ότι έπρεπε να πάει ντυμένη νύφη στην κορυφή ενός βουνού και να περιμένει για άντρα της, έναν δράκο που πετάει φωτιές και γεμίζει τρόμο ακόμα και τους θεούς. Αν και οι γονείς ένιωσαν συντετριμμένοι από το χρησμό, αποφάσισαν να τον εκπληρώσουν.
Η Ψυχή ανέβηκε θλιμμένη με διάθεση γενικού πένθους σε ένα βουνό, σε μία τελετή που έμοιαζε γάμος – θανάτου και για αυτό ο Ζέφυρος, επειδή τη λυπήθηκε (μετά από οδηγία του Έρωτα) φύσηξε δυνατά και την προσγείωσε σε μία καταπράσινη κοιλάδα. Τότε αντίκρισε μπροστά της ένα εκθαμβωτικό χρυσό παλάτι. Το είχε δημιουργήσει ο Έρωτας που κάθε βράδυ επισκεπτόταν την κοπέλα και έκανε έρωτα μαζί της, με την προϋπόθεση να μην του ζητήσει ποτέ να της αποκαλύψει το πρόσωπό του. Επέστρεφε κοντά της κάθε νύχτα και εξαφανιζόταν πριν από το φως της ημέρας. Η Ψυχή μαγευόταν όλο και περισσότερο από τον αόρατο εραστή.
Στο μεταξύ οι αδερφές της, έμαθαν ότι ζούσε όμορφα, τη ζήλεψαν και θέλησαν να υπονομεύσουν την ευτυχία της. Ο ίδιος ο Έρωτας την είχε προειδοποιήσει να τις αγνοήσει, διαφορετικά θα έβλαπταν τον ίδιο και θα προκαλούσαν την καταστροφή της. Η Ψυχή, τους εκμυστηρεύτηκε ότι δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπο του συζύγου της απ’ τον οποίο ήταν ενθουσιασμένη. Τότε οι αδερφές της την ξεγέλασαν και της είπαν ότι ο μυστηριώδης άνδρας που πλάγιαζε μαζί του κάθε βράδυ, ήταν ο δράκος του χρησμού. Τα λόγια των αδερφών επηρέασαν την Ψυχή, η οποία αποφάσισε να τον σκοτώσει στον ύπνο του, πριν τη σκοτώσει αυτός. Όταν εκείνος λοιπόν αποκοιμήθηκε, η Ψυχή πήρε ένα κερί και ένα μαχαίρι και ετοιμάστηκε να τον σκοτώσει. Το φως του κεριού, αποκάλυψε το πρόσωπο του εραστή.
Δίπλα της βρισκόταν η αρρενωπή, πανέμορφη μορφή του θεού Έρωτα. Το κερί όμως έσταξε πάνω του,τον ξύπνησε και εκείνος τρόμαξε και πέταξε μακριά της.
Οργισμένος απ’ την προδοσία ο Έρωτας, δεν ήθελε να ξαναρίξει τα βέλη του. Ο κόσμος πλέον θα ζούσε χωρίς έρωτα. Οι άνθρωποι έχασαν τη χαρά τους, σταμάτησαν να κάνουν έρωτα, να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά. Η ζωή τους έγινε αδιάφορη, μελαγχολική.
Η Ψυχή κατάλαβε την παραπλάνηση των αδερφών της και μετάνιωσε αμετάκλητα για αυτό που έκανε. Άρχισε να ψάχνει απεγνωσμένα παντού τον Έρωτα, αλλά δεν μπορούσε να τον βρει γιατί η Αφροδίτη τον είχε φυλακίσει. Απελπισμένη εμφανίστηκε στη μητέρα του, για να ζητήσει τη βοήθειά της. Η Αφροδίτη της είπε ότι για να ξαναβρεθεί με τον αγαπημένο της, θα έπρεπε να αποδείξει την αγάπη της με τρεις δοκιμασίες με τις οποίες είχε στόχο να την εξοντώσει. Η πρώτη ήταν να ταξινομήσει μία τεράστια ποσότητα οσπρίων, η δεύτερη να της φέρει μαλλί από χρυσόμαλλα πρόβατα και η τρίτη και πιο δύσκολη να της φέρει από τον Κάτω Κόσμο ένα κουτί με το ελιξήριο ομορφιάς, που χρησιμοποιούσε η θεά του σκότους, Περσεφόνη. Τα στοιχεία της φύσης λυπήθηκαν την κοπέλα και τη βοήθησαν να φέρει εις πέρας όλες τις δοκιμασίες. Όταν όμως η Ψυχή άνοιξε από περιέργεια το κουτί της Περσεφόνης, έπεσε σε βαθύ ύπνο, αφού το ελιξήριο της ομορφιάς ήταν ο ύπνος.
Ο Έρωτας απελπισμένος από τις δοκιμασίες της αγαπημένης του, δραπέτευσε από τη φυλακή του και πήγε στον Όλυμπο να ζητήσει τη βοήθεια του Δία. Ο Δίας άκουσε τις παρακλήσεις του ερωτευμένου νέου και τους επέτρεψε να μείνουν για πάντα μαζί, αφού πρώτα έκανε την Ψυχή
αθάνατη…». 

(Wikipedia)
Share:

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Μπουμπουτσέλια

Looking over the ruins of my family home!

...... Παναγίτσα (Μπουμπουτσελια) is located in Peloponnese, Greece
addr:postcode: 23070
Μπουμπουσέλια η Παναγίτσα (Τοπική Κοινότητα Κουλεντίων - Δημοτική Ενότητα ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ), ανήκει στον δήμο ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ της Περιφερειακής Ενότητας ΛΑΚΩΝΙΑΣ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”. 
 Η επίσημη ονομασία είναι “από το 1955 είναι η Παναγίτσα”. Έδρα του δήμου είναι οι Μολάοι και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοποννήσου. Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο “Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, η Παναγίτσα ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Κουλεντίων, του πρώην Δήμου ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ του Νομού ΛΑΚΩΝΙΑΣ. 

Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού

 Η Παναγίτσα έχει υψόμετρο 381 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 36,6293614631 και γεωγραφικό μήκος 22,9881782108. 
Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε στην Παναγίτσα θα βρείτε εδώ.
Share:

Blogger templates