Slider

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Μπουμπουτσέλια!

.....Μπουμπουτσέλια! Looking over the ruins of my family home!

.....1948–1949.

Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην Πελοπόννησο, ο Εμφύλιος στην περιοχή ουσιαστικά έφθανε στο τέλος του.Πολλά μέλη της ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη δράση στην περιοχή του Ζάρακα και του Πάρνωνα κατά την περίοδο της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και, κυρίως, κατά τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν, καθώς η οργάνωση έχανε πλέον τον λόγο ύπαρξής της και οδηγήθηκε στη διάλυση. Ο Κλέαρχος ήταν από τους πρώτους που εγκατέλειψαν τις τάξεις της. Λίγο αργότερα εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό και προσπάθησε να αφήσει πίσω του τα δύσκολα χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης.
......Ιούνιος 1949. Καθώς το πρώτο φως έσχιζε το σκοτάδι και η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στις πρώτες ανάσες της καινούριας μέρας, έφτασαν οι τραγικές ειδήσεις. Το χωριό πάγωσε. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν σιωπηλοί· κανείς δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα της ανήγγειλαν τον θάνατο του αγαπημένου της αδελφού. Έναν βίαιο και άδικο θάνατο. Ο Λάμπρος έπεσε σε ενέδρα στις πλαγιές του Πάρνωνα και σκοτώθηκε από ενόπλους που ανήκαν στην οργάνωση «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη αντικομμουνιστική δράση στην περιοχή κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Για τους διώκτες του ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Για τους δικούς του ανθρώπους, όμως, ήταν ο αγαπημένος τους Λάμπρος· ένας νέος άνθρωπος, «πέτρινος και αέρινος, αντάρτης και συνάμα τρυφερός».
Το χάραμα, που μόλις είχε πάρει τον δρόμο του ήλιου, σφραγίστηκε από τον θάνατό του. Οι σφαίρες τον βρήκαν αμέσως. Ο Λάμπρος λύγισε, διπλώθηκε στα δύο και κύλησε λίγο πιο πέρα. Μα τη ζητωκραυγή του για τη λευτεριά δεν την πέτυχαν τα βόλια. Εκείνη την αντιβούιζε ολόκληρος ο Πάρνωνας. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών. Πάνω στο άνθος της νιότης του.
Η Ιοκάστη ντύθηκε στα μαύρα και έκλαψε απαρηγόρητα τον άγριο χαμό του αδελφού της. «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε… ω Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! Γιατί; Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα, αφού ο εφιάλτης του πολέμου είχε πια τελειώσει;»
Το χτύπημα έμοιαζε βγαλμένο από την ίδια την κόλαση. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της πως, ενώ οι άνθρωποι περίμεναν να ξαναβρούν την ειρήνη, ο θάνατος συνέχιζε να θερίζει.Έκλαψε τη νιότη του. Έκλαψε τα όνειρά του που έμειναν ανεκπλήρωτα. Μα μαζί με τα δικά του όνειρα ένιωθε πως χάθηκαν και τα όνειρα όλων των αδελφών του. Έσβησε μια κοινή πορεία, μια ζωή που ονειρεύονταν να χτίσουν μαζί. Από εκείνη την ημέρα, κάθε χαρά της οικογένειας θα είχε μέσα της μια σκιά. Το όνομα του Λάμπρου δεν θα ακουγόταν πια σαν προσμονή, αλλά σαν μνήμη· μια μνήμη που πονούσε, μα δεν έσβηνε.
Σπαραγμός ψυχής. Ανείπωτος θρήνος. Το φτωχικό τους σπίτι μεταβλήθηκε σε σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η γιαγιά μοιρολογούσε ασταμάτητα, κι η φωνή της έσκιζε τη σιωπή του χωριού. Ήταν ένα μοιρολόι που ράγιζε καρδιές· δεν θρηνούσε μονάχα τον γιο της, μα όλη τη χαμένη νιότη που καταβρόχθισε ο Εμφύλιος. Ο πόνος της ξεπέρασε τα όρια του σπιτιού τους. Έγινε πόνος όλων. Ήθελε να ουρλιάξει. Να σκίσει τον ουρανό με τη φωνή της. Μα ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Το στόμα της άνοιγε και δεν έβγαινε ήχος. Μόνο τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα, σαν να είχαν αποφασίσει να κλάψουν εκείνα αντί για τη φωνή της. Ένιωθε πως, αν μπορούσε, θα πλημμύριζε με τα δάκρυά της ολόκληρο τον κόσμο. Ο πόνος είχε γίνει χείμαρρος μέσα της, έτοιμος να παρασύρει κάθε σκέψη, κάθε ελπίδα, κάθε παρηγοριά. Κανένας λόγος δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι σε μια μάνα που θρηνούσε το παιδί της. Καταράστηκε τον πόλεμο, καταράστηκε όσους γεννούν τους πολέμους και όσους τους συντηρούν. Το μοιρολόι της υψώθηκε σαν αρχαία κατάρα, σκίζοντας τον αέρα του χωριού. Έμοιαζε να καλεί τη γη να ανοίξει και τα βουνά να ραγίσουν, γιατί δεν χωρούσε ανθρώπινος νους τέτοιο κακό. Έκλαιγε τον νέο που έπεσε πάνω στο άνθος της ηλικίας του, τον λεβέντη που δεν πρόλαβε να ζήσει, κι ένιωθε πως μαζί του σκοτείνιασε ο ουρανός και βουβάθηκε ο κόσμος.
«Αχ, παιδί μου...»
Τα χείλη της έτρεμαν, μα η φωνή της δεν λύγιζε. Μόνο τα μάτια της πλημμύριζαν από έναν πόνο που δεν είχε τέλος.
Πώς να βαστάξει έναν τέτοιο κεραυνό;
Κι όμως, έπρεπε.
Έπρεπε να σταθεί όρθια, να γίνει πέτρα και ατσάλι, όπως στάθηκαν τόσες άλλες μανάδες που είδαν τα παιδιά τους να χάνονται στα χρόνια της φωτιάς και του αδελφοκτόνου μίσους. Έπρεπε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, γιατί μόνο η μνήμη μπορούσε να αντισταθεί στη λησμονιά. Έσκυψε το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος και ψιθύρισε με φωνή που μόλις ακουγόταν:
«Γλυκό μου αγόρι... έχε γεια.»
Σαν έφυγαν οι κατακτητές —όπως φεύγουν όλοι οι κατακτητές, αργά ή γρήγορα— ήρθαν τα καταραμένα χρόνια του Εμφυλίου. Χρόνια που ο αδελφός σήκωνε το όπλο στον αδελφό, ο γείτονας στον γείτονα και ο φίλος στον φίλο. Ας πάνε στον αγύριστο τέτοια χρόνια. Θεός να φυλάει τον άνθρωπο από τον πόλεμο με τον ξένο· μα πιο πολύ από τον πόλεμο με τον ίδιο του τον αδελφό.
....Σεπτέμβριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούργια μέρα, κι εκείνη θα περνούσε ακόμη μία νύχτα άυπνη, παλεύοντας να κατανοήσει όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να ξαναβρεί τον προσανατολισμό της ζωής της.
Μπορούσε άραγε;
Η αποπνικτική ζέστη και η βαριά υγρασία εκείνης της νύχτας έκαναν την αγρύπνια της ακόμη πιο βασανιστική. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι, κοιτούσε αφηρημένα το ταβάνι. Το πρόσωπό της παρέμενε νέο και σφριγηλό· τίποτε δεν πρόδιδε την εξάντληση από τις ατέλειωτες αϋπνίες που τη βασάνιζαν όλον αυτόν τον καιρό. Γύρω απλωνόταν απόλυτη σιωπή. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε η ανάσα της νύχτας μαζί μ' ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Πότε πότε ακουγόταν το τραγούδι ενός γρύλου. Για λίγες στιγμές η μονότονη, κι όμως γλυκιά φωνή του σκέπαζε κάθε άλλον ήχο της νύχτας, εκείνο το λεπτό κουδούνισμα που χαρίζει στις καλοκαιρινές νύχτες μια παράξενη γαλήνη.
Τα τριζόνια, λένε, διαλέγουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του μια ζωή. «Μήπως είμαι κι εγώ ένα τριζόνι;» ψιθύρισε και, σαν να φοβήθηκε ακόμη και τα ίδια της τα λόγια, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη.
Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο, φουσκώνοντας απαλά την κουρτίνα και παίρνοντας μαζί του λίγη από τη βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου.
Τα τριζόνια είχαν πια σωπάσει.
Ένιωθε μια γλυκιά θαλπωρή να τυλίγει το κορμί της και μια βαθιά χαλάρωση να απλώνεται σε κάθε ίνα του σώματός της. Ήταν η στιγμή που ξημέρωνε· όταν το σκοτάδι υποχωρεί αργά, παραδίδοντας τη θέση του στο φως και στους πρώτους ήχους της καινούργιας ημέρας.
Η είδηση της έπεσε στο σπιτικό τους σαν κεραυνός. Η απόφασή της να φύγει μαζί του αναστάτωσε τους πάντες. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές ανατράπηκαν όσα θεωρούσαν βέβαια. Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή· κανείς δεν έβρισκε λόγια να μιλήσει.
Η γιαγιά έμεινε άφωνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως η κόρη της αποφάσισε να ενώσει τη ζωή της με έναν άνθρωπο που, στα δικά της μάτια, ανήκε στην απέναντι πλευρά. Πώς να δεχτεί μια τέτοια απόφαση, όταν τα χρόνια του Εμφυλίου είχαν σημαδέψει την οικογένειά τους με αίμα, φόβο και αβάσταχτο πόνο;
«Πώς μπόρεσες, παιδί μου;» ψιθύρισε.
Στο μυαλό της γύριζαν ξανά και ξανά οι δύσκολες εκείνες μέρες, τότε που —όπως συνήθιζαν να λένε στο χωριό— «οι συμμορίες» είχαν μετατρέψει τη ζωή των ανθρώπων σε μια ατέλειωτη δοκιμασία, γεμάτη φόβο, στερήσεις και ανασφάλεια.
Στα μάτια της δεν ήταν απλώς ένας γάμος. Ήταν μια πληγή που άνοιγε ξανά. Ένα σκάνδαλο για την οικογένεια. Δεν χωρούσε στον νου της πως η κόρη της είχε διαλέξει να πορευτεί με έναν άντρα από την αντίπαλη παράταξη, λες και δεν υπήρχαν άλλα παλικάρια να της ζητήσουν το χέρι. Ένα μεγάλο «Γιατί;» αιωρούνταν ανάμεσά τους, βαρύ σαν σύννεφο πριν από την καταιγίδα. Ήταν ένα ερώτημα που κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει και που έκανε τη σιωπή ακόμη πιο ασήκωτη.
«Γιατί, παιδί μου;» ψιθύριζε η μάνα της. «Γιατί τώρα, που ο πόνος είναι ακόμη τόσο νωπός;»
Η κόρη τους... Το κορίτσι που το βλέμμα του έκλεβε καρδιές. Εκείνη που όλα τα παλικάρια της περιοχής καμάρωναν κι ονειρεύονταν να την κάνουν γυναίκα τους. Κι όμως, εκείνη είχε δώσει την καρδιά της αλλού. Όσο κι αν προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, όσο κι αν της έλεγαν πως ο άνθρωπος που αγάπησε δεν ήταν αντάξιός της, τα λόγια τους έπεφταν πάνω σε μια απόφαση που είχε ήδη ριζώσει βαθιά μέσα της. Για τους δικούς της δεν ήταν μόνο ένας έρωτας. Ήταν μια επιλογή που άνοιγε ξανά τις πληγές του Εμφυλίου και έφερνε την οικογένεια αντιμέτωπη με τους πιο σκοτεινούς φόβους της.
Ώσπου άνοιξε μια δύσκολη κουβέντα. Δεν υπήρχε πια χώρος για τρυφερότητα. Οι φωνές υψώθηκαν, οι βαριές κουβέντες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι βρισιές αντηχούσαν στο μικρό τους σπίτι, ώσπου ακούγονταν ως την πλατεία του χωριού. Ο μικρός αδελφός της, τυφλωμένος από θυμό, της επιτέθηκε με λόγια σκληρά.
«Έφερες τον Χίτη μέσα στο σπίτι μας!» της φώναξε.
Η Ιοκάστη δεν ανταπέδωσε. Ήξερε πως η οργή γεννάει μόνο περισσότερη οργή και πως η φωτιά δεν σβήνει με φωτιά.
Τον κοίταξε κατάματα. Στα μάτια του έβλεπε περισσότερο πόνο παρά μίσος. «Ξέρω πως πονάς», του είπε ήρεμα. «Μα μη με πληγώνεις άλλο με τα λόγια σου. Δεν είμαι ο εχθρός σου.»
Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα οι βαριές ανάσες τους ακούγονταν μέσα στο σπίτι, σαν να κουβαλούσε ο καθένας τον δικό του σταυρό.
Η Ιοκάστη και ο πατέρας της κοιτάχτηκαν κατάματα. Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από τις φωνές που είχαν προηγηθεί. Εκείνος περίμενε να λυγίσει, να δακρύσει, να κάνει πίσω. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Δεν αντιμίλησε. Δεν ύψωσε τη φωνή της. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μόνο τον κοίταζε με βλέμμα καθαρό και αποφασισμένο.
Η απόφασή της είχε ήδη παρθεί και τίποτε δεν μπορούσε να τη μετακινήσει. Άκουσε τα λόγια τους, ένιωσε τον πόνο, την οργή και τον φόβο τους, όμως η καρδιά της είχε χαράξει τον δικό της δρόμο.
Ήξερε πως η επιλογή της θα πλήγωνε τους ανθρώπους που αγαπούσε. Το γνώριζε καλύτερα από όλους. Κι όμως, δεν μπορούσε να προδώσει αυτό που ένιωθε βαθιά μέσα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσιζε μόνη της για το μέλλον της, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το βάρος της απόφασής της
Το έμαθε κι εκείνος· ο λεβέντης, ο ερωτοχτυπημένος νιος, το καμάρι απ' το Κυπαρίσσι. Την πρόλαβε λίγο πριν φύγει. Στάθηκε μπροστά της. «Μη φεύγεις...» της είπε με φωνή που έτρεμε. «Σε παρακαλώ, μείνε. Μη με αρνηθείς τώρα. Είναι βαρύ τούτο το αντίο. Αν όμως η μοίρα σε πάρει μακριά μου, κράτησε με τουλάχιστον μέσα στην καρδιά σου. Κι εγώ, όπου κι αν βρεθώ, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, θα σε περιμένω.»
Η Ιοκάστη είχε ήδη δώσει την καρδιά της αλλού. Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής ούτε μια απόφαση που θα άλλαζε από τον φόβο, τις πιέσεις ή τα δάκρυα των δικών της. Είχε διαλέξει τον δρόμο της και ήξερε πως θα τον περπατούσε πληρώνοντας βαρύ τίμημα.
Δεν λύγιζε.
Όχι γιατί δεν πονούσε, αλλά γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος οφείλει κάποτε να σταθεί όρθιος απέναντι στη μοίρα του και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Μπροστά της άνοιγε ένας άγνωστος κόσμος, γεμάτος κινδύνους, αβεβαιότητα και δοκιμασίες. Δεν τον υποδεχόταν με αφέλεια· τον αντίκριζε με καθαρό βλέμμα και με μια θέληση που δεν μπορούσαν να δαμάσουν ούτε οι απειλές ούτε οι προκαταλήψεις ούτε οι πληγές που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος.
Ήξερε πως δεν θα ήταν εύκολο. Κι όμως, δεν έκανε πίσω.
Ο πατέρας της στεκόταν βουβός.
Η ψυχή του ήταν σκοτεινιασμένη από τα χρόνια του αδελφοκτόνου πολέμου που μόλις είχε τελειώσει. Οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές· το μίσος έκαιγε ακόμη τις καρδιές των ανθρώπων και κάθε κουβέντα μπορούσε να γίνει σπίθα που θα άναβε καινούρια φωτιά.
Δεν ήθελε να φουντώσουν άλλα ανώφελα πάθη.
Σήκωσε αργά το κεφάλι και κοίταξε έναν έναν τους δικούς του.
«Ακούστε με καλά...» είπε με φωνή σταθερή. «Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Από δω και πέρα, κανείς δεν θα πειράξει την κόρη μου. Είναι αίμα μου και θα την σεβαστείτε όλοι.»
Στο σπίτι απλώθηκε βαθιά σιωπή.
Έπειτα στράφηκε προς την Ιοκάστη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, σαν να πάλευαν μέσα του ο πόνος, η πίκρα και η πατρική αγάπη.
«Ο δρόμος που διάλεξες είναι δικός σου», της είπε. «Εγώ δεν μπορώ να τον αλλάξω. Να πας στην ευχή του Θεού, κόρη μου. Ο Θεός να σε φυλάει όπου κι αν βρεθείς και να σου δίνει δύναμη στις δύσκολες ώρες.»
Δεν την αγκάλιασε. Δεν μπορούσε ακόμη.
Όμως η ευχή του ήταν το πιο μεγάλο κατευόδιο που μπορούσε να της δώσει εκείνη την ώρα.
Υπάρχουν άνθρωποι σαν την Ιοκάστη, φτιαγμένοι από άλλο κράμα. Όχι γιατί δεν πονάνε ούτε γιατί δεν λυγίζουν. Λυγίζουν κι αυτοί. Μα βρίσκουν πάντοτε τη δύναμη να ξανασηκωθούν. Κρατιούνται από μια μικρή σπίθα ελπίδας, όταν όλα γύρω τους μοιάζουν χαμένα. Αγαπούν με όλη τους την ψυχή. Δεν ζητούν να αλλάξουν τον άνθρωπο που αγαπούν ούτε να τον κάνουν όπως τον θέλουν. Τον δέχονται όπως είναι και χαίρονται να τον βλέπουν να προχωρεί και να ανθίζει. Δεν φοβούνται να δώσουν την καρδιά τους, ακόμη κι όταν ξέρουν πως μπορεί να πληγωθούν. Προτιμούν έναν αληθινό έρωτα με όλο το τίμημά του, παρά μια ζωή ασφαλή, δίχως πάθος και δίχως όνειρα. Το μυαλό τους δεν γνωρίζει σύνορα. Ταξιδεύει εκεί όπου η ψυχή λαχταρά να φτάσει. Κι όσο το σώμα μπορεί να περιοριστεί, η ψυχή τους μένει πάντοτε ελεύθερη. Αν η ζωή σου χαρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο, κράτησε τον κοντά σου. Είναι σπάνιο δώρο.
«Τη δύναμή σου την τρανή, Έρωτα,
όποιος δε σε γνωρίζει,
μάταια ελπίζει να ιδωθεί
τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ευλογημένος, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν η μητέρα του. Όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως η παρουσία της στη ζωή του δεν ήταν απλώς μια ευτυχής συγκυρία. Ήταν η μεγαλύτερη ευλογία που του χάρισε η μοίρα. Εκείνη του έμαθε πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στη σκληρότητα, αλλά στην αγάπη· όχι στην εκδίκηση, αλλά στη συγχώρεση· όχι στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.
Από τι κράμα ήταν πλασμένη;
Είχε κορμοστασιά περήφανη, λεβέντικη, και μια αυθεντική αρχοντιά που δεν την χάριζε ούτε η ομορφιά ούτε τα νιάτα της, αλλά η δύναμη της ψυχής της. Το πρόσωπό της έλαμπε με εκείνο το ήρεμο φως των ανθρώπων που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους.
Ξεκίνησε το ταξίδι της μέρα μεσημέρι.
Δεν έτρεξε. Δεν κρύφτηκε. Δεν κιότεψε.
Με το κεφάλι ψηλά και το βήμα αργό, μα σταθερό, διέσχισε τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Οι γειτόνισσες άφηναν τις δουλειές τους και στέκονταν στα παράθυρα. Οι άντρες σώπαιναν στις αυλόπορτες. Άλλοι τη λυπόταν, άλλοι την κατέκριναν, άλλοι τη θαύμαζαν κρυφά.
Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει κανέναν.
Τα μάτια της είχαν μια σκιά θλίψης, μα στην καρδιά της κατοικούσε μια δύναμη που δεν λύγιζε. Ήξερε πως κάθε βήμα την απομάκρυνε από τον κόσμο όπου γεννήθηκε και την οδηγούσε σ' έναν άλλον, άγνωστο και δύσκολο.
Κι όμως προχωρούσε.
Η καρδιά οδηγούσε τα βήματά της.
Η ζωή της Ιοκάστης έγινε η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που σηκώνουν στους ώμους τους βαρύ φορτίο, χωρίς ποτέ να το απαρνηθούν και χωρίς να το αφήσουν να τους λυγίσει.
Με το δείλι βρέθηκαν στη Μονεμβασιά. Περπατούσαν αγκαλιά οι δυο τους στην ακρογιαλιά, κι ο ήλιος έμοιαζε να τους ζηλεύει καθώς βουτούσε αργά πίσω από το βουνό. Η ανήσυχη θάλασσα ηρεμούσε, γινόταν μια λίμνη σκοτεινής μελάνης, πλαισιωμένη από τις αχνές, σταχτογάλανες σκιές του μεγάλου βράχου. Απάνωθε της ο ουρανός, ντυμένος με πορφύρες και χρυσάφια, άπλωνε τα τελευταία του χρώματα, ανακατεμένα με μαβιά αντιφεγγίσματα, σαν να αποχαιρετούσε τη μέρα με μια τελευταία μεγαλοπρέπεια.
Η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο.
Κοίταξε μακριά, προς το πέλαγος, και ένα παράξενο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Θεέ μου... μόλις συνειδητοποίησα κάτι που τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχα προσέξει.»
Το χαμόγελό της ήταν μυστηριώδες και ο Κλέαρχος δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσε από το μυαλό της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Δεν μαντεύεις;»
«Όχι.»
Πήρε μια μικρή ανάσα. Σαν να φοβόταν πως, μόλις το έλεγε, η στιγμή θα γινόταν πραγματικότητα.
«Νομίζω πως μπορεί να είμαι έγκυος...»
Τα λόγια της βγήκαν χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Κλέαρχος την κοίταξε για μια στιγμή. Έπειτα έστρεψε αργά το βλέμμα του προς το πέλαγος.
Η θάλασσα μπροστά τους συνέχιζε να σκοτεινιάζει ήρεμα, σαν να κρατούσε κι αυτή το μυστικό τους.
«Σοβαρολογείς;»
Η φωνή του είχε μέσα της ενθουσιασμό, αλλά και μια μικρή αναστάτωση. Σαν να προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε λίγες στιγμές μια ολόκληρη καινούργια πραγματικότητα.
Η Ιοκάστη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε αφήσει στην άκρη, κάτι που τώρα επέστρεφε ξαφνικά μπροστά της.
«Νομίζω πως έγινε εκείνη τη βραδιά...» είπε χαμηλά.
Σταμάτησε για λίγο.
«Έχω καθυστέρηση. Μεγάλη καθυστέρηση. Τεσσάρων εβδομάδων... Το είχα ξεχάσει εντελώς.»
Τα λόγια της συνοδεύτηκαν από έναν βαθύ, παρατεταμένο αναστεναγμό, σαν να άφηνε να φύγει από μέσα της όλη η αγωνία των τελευταίων ημερών.
Ο Κλέαρχος την άκουγε σιωπηλός.
Ένα ρίγος πέρασε μέσα του.
Ξαφνικά ένιωσε πως το ήξερε κι αυτός. Ήταν σαν μια ξεχασμένη σκέψη να επέστρεφε από το βάθος της μνήμης του. Θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα, το πάθος που τους είχε παρασύρει, τη στιγμή που για μια αστραπή είχε περάσει από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως η Ιοκάστη να κρατούσε μέσα της ένα παιδί.
Ύστερα την είχε διώξει από το μυαλό του.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Τώρα όμως η σκέψη εκείνη στεκόταν ξανά μπροστά του, όχι σαν φόβος, αλλά σαν πιθανότητα μιας νέας ζωής.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά το μάγουλό της.
Η Ιοκάστη γύρισε προς το μέρος του.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα ελπίδα.
«Θα το επιβεβαιώσω τη Δευτέρα», του είπε με φωνή ελάχιστα πιο δυνατή από ψίθυρο.
Ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε.
Κανείς από τους δυο τους όμως δεν μπορούσε ακόμη να δώσει μια βέβαιη εξήγηση για την καθυστέρηση. Δεν της είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν γεμάτες αγωνία, προσμονή και σκέψεις.
Θα ήταν ένα μακρύ Σαββατοκύριακο.
Και ύστερα ήρθε η επιβεβαίωση.
Μια καινούργια ζωή είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα της.
Ήταν το παιδί που γεννήθηκε από μια συνάντηση απρόσμενη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κουβαλούσαν διαφορετικές μνήμες, διαφορετικές πληγές και διαφορετικά παρελθόντα.
Ο Αλκιβιάδης.
Ο γιος του νεαρού «χίτη» από τη νότια Λακωνία και της πανέμορφης νεαρής Ιοκάστης, από ένα παραδοσιακό ορεινό χωριό γαντζωμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ένα παιδί που, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, θα κουβαλούσε μέσα του δύο κόσμους. Την πέτρα και τη θάλασσα. Τη μνήμη και τη λήθη. Τον πόνο μιας εποχής και την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
Αφήνοντας πίσω τους το τρικυμιώδες παρελθόν και αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επιλογών τους, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη έβλεπαν μπροστά τους να ανοίγεται μια καινούργια ζωή.
Δεν είχαν περιουσίες, δεν είχαν υλικά αγαθά. Είχαν όμως κάτι πολυτιμότερο: αρχές, αξιοπρέπεια και τη δύναμη να σταθούν όρθιοι απέναντι στις δυσκολίες.
Ο Αλκιβιάδης πάντα θυμάται τη μητέρα του, την Ιοκάστη, περήφανη και αξιοπρεπή, τίμια και αυθεντική. Μια γυναίκα που δεν έκανε θόρυβο για τη δύναμή της, όπως το βαθύ ποτάμι που όσο πιο μεγάλο και βαθύ είναι, τόσο πιο αθόρυβα κυλά.
Ρίζωσαν σ’ έναν απόμερο μικρό οικισμό δυτικά της Μονεμβασιάς.
Τα Μπουμπουτσέλια.
Εκεί βρήκαν καταφύγιο στο παλιό, εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι του Κλέαρχου, μια φτωχική κληρονομιά από τη μητέρα του που είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή.
Η γιαγιά του Αλκιβιάδη είχε πεθάνει μόλις στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ο Κλέαρχος έμεινε ορφανός από μητέρα όταν ήταν μόλις έξι ετών. Και σαν να μην έφτανε αυτή η απώλεια, τρία χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του.
Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με τις απουσίες να βαραίνουν τους ώμους του.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη, άλλωστε, είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του από πολύ νωρίς, όταν ακόμη ο Κλέαρχος δεν είχε καλά καλά αρχίσει να περπατά.
Έτσι, μέσα σ’ ένα παλιό σπίτι, σε έναν μικρό ξεχασμένο οικισμό, δύο άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τον πόνο προσπάθησαν να χτίσουν κάτι που τους είχε στερηθεί: μια οικογένεια.
Ο Αλκιβιάδης ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αγόρια της νέας οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό και λιπόσαρκο. Το μπόι του έμοιαζε με λιγνό κυπαρισσάκι που πάλευε να φτάσει τον ουρανό. Είχε θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα, ερευνητικά σκούρα μάτια, μάτια που έμοιαζαν να παρατηρούν τον κόσμο πριν ακόμη τον γνωρίσουν. Γεννήθηκε στην ενδοχώρα, στον μικρό οικισμό Μπουμπουτσέλια, μιας φτωχής και ξεχασμένης περιοχής του ελληνικού Νότου, στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν ένας τόπος δυσπρόσιτος, που είχε παραμείνει σχεδόν ανέγγιχτος από τον χρόνο. Τα χωριά ήταν φωλιασμένα στις πλαγιές των βουνών. Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι για να τα προσεγγίσεις· υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια που γνώριζαν μόνο οι άνθρωποι του τόπου. Δεν υπήρχαν μεγαλοπρεπή χωριά ούτε εντυπωσιακά κτίσματα. Υπήρχε όμως κάτι πιο σπάνιο: μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στη φθορά του χρόνου.
Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τη σκληρότητα της ζωής, μα περήφανοι για την καταγωγή τους. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους, που ήξεραν να αντέχουν, να περιμένουν και να συνεχίζουν.
Το κυρίως χωριό, τα Κουλέντια, ήταν από εκείνα τα βουνίσια χωριά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των βουνών και μοιάζουν μεταξύ τους. Όμορφα, μα φτωχά. Και ο μικρός τους οικισμός, τα Μπουμπουτσέλια, χωμένος σε μια απόμερη γωνιά του χωριού, ήταν ένας ξεχωριστός μικρός κόσμος. Ένας απομονωμένος αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός με δεκαπέντε χαμηλά σπίτια και ισάριθμες αιωνόβιες χαρουπιές να στέκουν γύρω τους σαν σιωπηλοί φρουροί του χρόνου. Μικρός και ασήμαντος οικισμός, θα έλεγες πως στεκόταν σκυφτός από κάποια βαθιά στενοχώρια. Γκρίζος και λιγοστός, όπως όλα εκείνα τα μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν μακριά από την εποχή τους. Απόμεροι, ξεχασμένοι, δεμένοι όμως με τη γη τους. Η ορεινή ύπαιθρος γύρω τους ήταν μια άγονη γη, γεμάτη πέτρα, που τις ζεστές μέρες του χρόνου λουζόταν από το ανελέητο, εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν τη ζωή τους. Από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, στις χέρσες εκτάσεις με το γκρίζο χώμα, καλλιεργούσαν λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και μικρά περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά.
Δεν κυνηγούσαν τον πλούτο. Κυνηγούσαν το απαραίτητο.
Το ψωμί.
Το καρβέλι της ημέρας.
Και αυτό ήταν δύσκολο πράγμα.
Όμως η γης ήτανε για κείνους πλάσμα ζωντανό. Κρύωνε, πυρωνόταν, θρασομανούσε να δεχτεί τον σπόρο, κοιλοπονούσε για να γεννήσει τον καρπό της. Οι βροχές έπεφταν μετρημένες, κι έτσι πολλές φορές το χώμα δεν άνοιγε αρκετά για να ποτιστεί βαθιά η γη. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα λιγοστά υγρά χωράφια, παλεύοντας για μια καλή σπορά, για μια καλύτερη σοδειά. Οι ξωμάχοι χωρικοί έτρεχαν κάθε τόσο να τη συντρέξουν. Τη μια μέρα ζευγάδες και σποριάδες, την άλλη θεριστές και μαζωχτές. Όλη τους η ζωή δεμένη με τον κύκλο της γης και τις προσταγές των εποχών.
Δύσκολα χρόνια.
Η γη ήταν λίγη και φτωχή στο μερτικό τους. Αδυνατούσε να τους θρέψει όπως θα ήθελαν και να τους χαρίσει εκείνη τη ζωή που ο καθένας πλάθει μέσα στα όνειρά του. Υπήρχαν όμως ακόμη κάποιοι προνομιούχοι νοικοκυραίοι που κατείχαν τις πιο εύφορες εκτάσεις, στις μικρές κοιλάδες με το κόκκινο χώμα. Εκεί καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, σε γη πιο γενναιόδωρη από την πετρώδη γη των φτωχότερων χωριανών. Ήταν ιδιοκτησίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά και παλιότερα ανήκαν σε τουρκικές φαμίλιες που κατοικούσαν στο χωριό στα χρόνια της οθωμανικής παρουσίας. Στενοί χωματόδρομοι και στριφογυριστά μονοπάτια, που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές, συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς μεταξύ τους και με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαραίτητες μεταφορές ανθρώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια. Αυτά ήταν τα μέσα που κουβαλούσαν το βάρος της καθημερινότητας, μεταφέροντας σοδειές, προμήθειες και ανθρώπους μέσα από δύσβατα περάσματα. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρόνων στα βορειότερα τμήματα της λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη φτάσει στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Οι μικροί και απομονωμένοι οικισμοί παρέμεναν δεμένοι με έναν παλιότερο τρόπο ζωής. Οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας. Άλλος είχε λάδι, άλλος σιτάρι, άλλος κρασί ή ζώα, και με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Και, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κάπως βολευόταν η κατάσταση. Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό, όταν ερχόταν η ώρα να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιρίζονταν. Αν κάποιος είχε ένα «καματερό» ζώο, ένα βόδι ή ένα μουλάρι, το έκανε ζευγάρι με κάποιου άλλου και μαζί όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο. Στο θέρισμα, που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι. Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα. Μέσα σε όλες αυτές τις ελλείψεις, η ζωή τους παρέμενε ήσυχη και γεμάτη ανθρωπιά. Οι κάτοικοι του χωριού ένιωθαν ζεστασιά στις σχέσεις τους και στις καθημερινές τους επαφές. Ήταν πάντα έτοιμοι να προσφέρουν πρόθυμα τη βοήθειά τους σε όποιον τη χρειαζόταν. Τα συναισθήματά τους ήταν πιο άμεσα, πιο δυνατά. Η φιλία είχε μεγαλύτερη αξία, γιατί στηριζόταν στην ανάγκη, στην εμπιστοσύνη και στη συντροφικότητα. Η καλοσύνη, η τιμιότητα και η χαρά υπήρχαν σε αφθονία μέσα στο χωριό. Κι ας ήταν τα σπίτια μικρά, έφταναν να χωρέσουν μέσα τους την αγάπη, τη συμπόνια, τη φιλοξενία και την ανθρωπιά. Όταν στο χωριό ερχόταν κάποια λύπη ή κάποια χαρά, δεν ανήκε ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο. Την ένιωθαν και τη μοιράζονταν όλοι οι κάτοικοι. Στις γιορτές και στα πανηγύρια, η αληθινή χαρά απλωνόταν σε κάθε γωνιά του χωριού.
Ανηφορίζοντας από τη δυτική πλευρά του λόφου, με τα πόδια, προς την κορφή του οικισμού, αφήνεις πίσω σου μια συστάδα σπιτιών ομοιόμορφα κτισμένων, το ένα δίπλα στο άλλο. Τα περισσότερα ήταν δίπατα, σκεπασμένα με στέγες από κατακόκκινα κεραμίδια.
Ήταν η γειτονιά με τις οικογένειες των Καραστατήρηδων.
Στην κορφή του λόφου συναντάς τη μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη, ανάμεσα στα πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας.
Κατηφορίζοντας προς τα ανατολικά, φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα. Εκεί μπροστά σου βρίσκεται το παλιό ελαιοτριβείο και, σε μικρή απόσταση, πέντε έξι σπίτια, ομοιόμορφα κι αυτά, κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι η γειτονιά των Αρώνηδων.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σαν μυροβόλο αεράκι. Τον δροσίζουν, τον αναζωογονούν και τον τυλίγουν απαλά, σαν αναρριχώμενος κισσός που αγκαλιάζει τον παλιό τοίχο της μνήμης.
Οι σκέψεις του γυρίζουν στα παλιά. Νιώθει βαθιά νοσταλγία και επιθυμεί να ξαναζήσει εκείνο το παραδοσιακό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, που με τόση χάρη γινόταν στη μικρή πλατεία του οικισμού. Κόσμος από όλα τα γύρω χωριά ερχόταν όταν γιόρταζε ο Άγιος. Προσκυνούσαν, προσεύχονταν, έπιναν, γλεντούσαν. Και οι νέοι, ανάμεσα στα τραγούδια και στους χορούς, έψαχναν τις μέλλουσες νύφες τους στου Αγίου το πανηγύρι. Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι, χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος. Προστάτης και φύλακας του οικισμού, αγναντεύει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένος από τη μοναδική πλατεία του οικισμού, πάνω στον λόφο. Τέτοιες μέρες ολόκληρο το χωριό σηκώνεται στο πόδι. Βουίζει από κίνηση και ζωή και οι καμπάνες του χτυπούν χαρούμενα, ξυπνώντας μέσα του τη νοσταλγία για το παλιό πανηγύρι. Πλήθος κόσμου μαζεύεται στη γιορτή του Αγίου. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμη ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται πάνω στην απλωσιά του λόφου. Η γη ανατριχιάζει κάθε τόσο από τις ανάλαφρες ριπές του ανέμου, τα δέντρα θροΐζουν και ο ουρανός παίρνει όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του ρόδινου.
Καθώς ο ήλιος ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα ώσπου χάνεται ολότελα. Και τότε όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως: τα σχήματα, οι όγκοι, οι απλωσιές και τα ψηλώματα, τα σπίτια, τα δέντρα, οι πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουν, οι πέτρες και ο αέρας μοιάζουν να λαμπυρίζουν, και γύρω από τον περίβολο του ναού στριμώχνεται ένα πολύχρωμο, γραφικό πλήθος ανθρώπων, σαν μια παλιά ζωγραφιά που ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια του.
Του φαίνεται πως είναι ακόμη μικρό παιδί, μια μέρα του Ιούλη, και ολόκληρος ο κόσμος του μοιάζει ευτυχισμένος. Το ακορντεόν και τα βιολιά, με τους χαρούμενους ήχους τους, γεμίζουν τον προαύλιο χώρο της εκκλησιάς. Οι φωτιές από τις ψησταριές φωτίζουν με την κοκκινωπή τους λάμψη και προβάλλουν πάνω στον λευκό ασβέστη του τοίχου τις ευκίνητες φιγούρες των μουσικών, αλλά και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των γυναικών και των αγοριών που γελούν και διασκεδάζουν, χορεύοντας τους παραδοσιακούς χορούς της Πελοποννήσου. Το πανηγύρι κρατά και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Συνεχίζεται ακόμη κι όταν τ’ αστέρια έχουν ανέβει ψηλά πάνω από την εκκλησιά, σαν να τα έχει συνεπάρει κι εκείνα ο ρυθμός του χορού, σαν να συμμετέχουν σιωπηλά στη χαρά των ανθρώπων.Σήμερα, κουρασμένος στρατοκόπος της ζωής, σταματά για λίγο στο διάβα του και θυμάται το τότε. Οι παιδικές του αναμνήσεις, σαν μαγευτικές νεράιδες, χορεύουν για λίγο μπροστά του στον δικό τους ρυθμό. Προσπαθεί να ξανανιώσει, να γίνει πάλι παιδί, έστω και μόνο με τη δύναμη της σκέψης. Τα πρώτα χρόνια στην ξενιτιά, η άνοιξη τον αναστάτωνε. Τα όνειρα της ζωής του άνθιζαν μέσα του, όπως οι μοβ περικοκλάδες ανάμεσα στις πέτρες του παλιού νεκροταφείου του χωριού του.
Ήταν μια αδυναμία που περνούσε με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού και τότε άφηνε τη φαντασία του να ταξιδεύει ολόγυρα, σε τόπους μακρινούς και αγαπημένους, εκεί όπου η μνήμη κρατούσε ακόμη ζωντανές τις εικόνες της πρώτης του πατρίδας.
Θυμάται τα πρώτα εκείνα χρόνια, τότε που ένιωθε απλώς παιδί, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τον κόσμο με τις απαιτήσεις και τα βάρη του. Τότε που, αμέριμνο και ξυπόλητο, ξέγνοιαστο και πεινασμένο, γυρνούσε στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς φόβους και χωρίς να λογαριάζει κινδύνους.
Ήταν χρόνια τόσο πλούσια σε φτώχεια.
Ήξερε πως ήταν φτωχοί. Ήξερε πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν. Έβλεπε τους γονείς του να παλεύουν με τη χέρσα γη και καταλάβαινε πως, όταν μεγάλωνε, θα ερχόταν και η δική του σειρά να δουλέψει. Το γνώριζε όπως γνώριζε πως κάθε βράδυ ο ήλιος βασιλεύει και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί όμως όλων αυτών δεν μπορούσε ακόμη να το συλλάβει. Στα παιδικά χρόνια όλα τα παίρνουμε όπως φαίνονται. Μαζεύουμε εικόνες, ήχους και χρώματα· ζωγραφιές της ζωής που μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας. Κι αυτό δεν σημαίνει πως δεν καταλαβαίναμε τον κόσμο. Τον νιώθαμε με έναν άλλον τρόπο. Όχι με τη λογική του μεγάλου ανθρώπου, αλλά με την καθαρή ματιά του παιδιού.
Εικόνες της εποχής, από τότε που μόλις είχε μάθει να περπατά καλά, και στιγμή δεν καθόταν. Έτρεχε μέσα στα πεζούλια και στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι. Ήταν η εποχή που πότιζε το μικρό τους μποστάνι χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, εκείνο το στενό λουρί γης που τους έδινε τους καρπούς του. Έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά και στη μαγεία του βρεγμένου χορταριού και της λάσπης, με τα γυμνά του πόδια, το κοντοβράκι του και το μακρύ φτυάρι στα αδύνατα χέρια του. Άλλαζε τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και στις κολοκυθιές, φορτωμένες με πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρομπέτες. Κι ήταν ευτυχισμένος σαν το πουλί επάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού καθόταν στον ίσκιο κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν τα πουλιά, ενώ τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα για να πιουν το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τι ήταν τότε ο κόσμος γι’ αυτόν παρά ένα απέραντο περιβόλι; Ένα καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, όπου η φύση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της λάμψης της, λουσμένη στις χρυσές ακτίνες του ήλιου.
Σαν στρέφει προς τα πίσω στο παρελθόν τα μάτια και τη σκέψη του, τον γυρίζουν στα περασμένα και του φέρνουν στον νου εικόνες. Όλα του φαντάζουν σαν ένα ανάγλυφο τοπίο μέσα στην ομίχλη· ό,τι ξεπροβάλλει από τη λησμονιά, ό,τι κατορθώνει να δραπετεύσει από τον χρόνο. Αράθυμος ο νους του περιδιαβαίνει το τοπίο και αφήνεται στον ρεμβασμό, στα «περασμένα κι αλησμόνητα» στιγμιότυπα της εφήμερης ύπαρξής του. Εικόνες παλιές, συννεφιασμένες· άλλες πικρές και άλλες φωτεινές, χαρούμενες, γεμάτες ευτυχία.
Η γαλήνια ομορφιά του τοπίου αναδύεται ξανά μπροστά του, μαζί με τη σιλουέτα του μικρού τους σπιτιού. Στεκόταν στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στη νοτιοανατολική άκρη του μικρού οικισμού. Ένα μικρό ισόγειο πετρόχτιστο σπίτι με δύο κάμαρες, ασβεστωμένους τοίχους, χρωματιστά πορτοπαράθυρα και κόκκινη κεραμοσκεπή. Ένα ταπεινό σπιτικό, που δε διέθετε τίποτε από την πολυτέλεια του κόσμου, είχε όμως μέσα του όλη τη ζεστασιά της οικογένειας.
Και καθώς η μνήμη το ξαναφέρνει μπροστά του, το σπίτι αυτό, δεμένο αρμονικά με την ομορφιά της φύσης γύρω του, μεταμορφώνεται σε ένα τοπίο μοναδικό· έναν μικρό κόσμο που έκλεινε μέσα του τα πρώτα του βήματα, τις χαρές, τις στερήσεις και την αθωότητα μιας ολόκληρης εποχής.
Εμπρός νότιο-ανατολικά, στο τέλος της αυλής ήταν ένα χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γεμάτο γκρίζες πέτρες και βράχους. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές στις άνυδρες όχθες του και μερικές συστάδες από σκίνα. Η μια συστάδα σε απόσταση από την άλλη. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι. Το σπίτι ταπεινό χαμηλό, με την μεγάλη αυλή του να κοιτά στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο εμπρός του, και με το λίθο-χτισμένο φούρνο στο τέλος της αυλής, δίπλα στη μεγάλη γέρικη αμυγδαλιά που όταν άνθιζε την άνοιξη η αμυγδαλιά ξαναγέμιζε πουλιά. Στη συνέχεια της δυτικής πλευράς του σπιτιού ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη χρησίμευε όπου έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, το σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η άνυδρη γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας των γονιών του. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο μεγαλύτερο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά τους, μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα, το εργαλείο τους στις αγροτικές εργασίες και μεταφορικό μέσο εκείνα τα χρόνια. Αργότερα απέκτησαν κι ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο. Δυτικότερα στις αποθήκες, στο βάθος ήταν ένα ευρύχωρο και άνυδρο κτηματάκι, μια πεζούλα, περιφραγμένη με ξερολιθιά και φραγκοσυκιές όπου φύτρωναν αγκινάρες και εκεί στον υπαίθριο χώρο οι κότες και τα κοκόρια βοσκούσαν ελεύθερα.
Νοτιοανατολικά, σύνορο με την αυλή του σπιτιού είναι ο χωματόδρομος, στη συνέχεια μια αρκετά δύσκολη κατηφορική διαδρομή, ένα φιδοειδές μονοπάτι, και μετά από  τριακόσια μέτρα περίπου σταματά σ' ένα μικρο διάσελο όπου μια μικρή πηγή ανάβλυζε όλο το χρόνο λιγοστό γάργαρο νερό, διαυγές και κελαρυστό, όμοιο με διάφανο χρυσάφι, μέσα από τα βράχια που σχημάτιζαν έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν φυσικό πέτρινο τείχος. Η πηγή αυτή ήταν το μέρος από όπου προμηθεύονταν νερό οι κάτοικοι του οικισμού δυτικά του Αγίου Παντελεήμονα. Σε περιοχές όπου το νερό ήταν δυσεύρετο, ήταν πηγή ζωής για τους ανθρώπους. Το περισσευούμενο είχαν φτιάξει μια ευρύχωρη στεγανοποιημένη τσιμεντένια στέρνα, δίπλα σε μια μεγάλη κλαίουσα ιτιά, και ήταν πολύ σημαντική για τις μικρές υπαίθριες καλλιέργειες κηπευτικών των κατοίκων στην περιοχή του της δυτικής πλευράς του οικισμού. Το έδαφος της περιοχής δεν μπορούσε να συγκρατήσει νερό, απαραίτητο για την ανάπτυξη των καλλιεργειών. Έτσι, οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει αυλάκια με νερό που έφταναν με κατάλληλο σχεδιασμό και με κανάλια πότιζαν τα περιβόλια και τους μπαξέδες στις μικρές πεζούλες τις κατάλληλα διαμορφωμένες για τις καλλιέργειες που απλώνονταν ως την άλλη μεριά της ρεματιάς. Με αυτό τον τρόπο, εξασφάλιζαν το απαιτούμενο πότισμα τόσο στους λαχανόκηπους και τα διάφορα μικρά μποστάνια, όσο και για το πότισμα των οικόσιτων ζώων.
Χάνεται σε σκέψεις και αναμνήσεις! Περασμένη ώρα και του φαίνεται ότι κρατάει έναν πέτρινο τοίχο που καταρρέει και δεν ξέρει αν προτιμότερο θα ήταν όλα να είχαν σκεπαστεί απ' την ομίχλη και όλα να είχαν βυθιστεί μέσα στη λήθη.
( Ω χώματα της γης μου!
Χώμα «Μπουμπουτσελιάνικο»**
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!)  Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος Γ΄ 
**Λευκαδίτικο)

Click to Open
Ο Πρωτότοκος υιός. Ο Αλκιβιάδης
.....
Share:

Blogger templates